Στην άκρη του αιγιαλού, εκεί όπου η θάλασσα συναντά τη στεριά και η μνήμη περνά από γενιά σε γενιά, τα καρνάγια της χώρας δίνουν εδώ και δεκαετίες έναν αθόρυβο αγώνα επιβίωσης. Χώροι δουλειάς, τεχνικής γνώσης και πολιτιστικής συνέχειας, τα παραδοσιακά ναυπηγεία-ταρσανάδες αποτελούν κρίσιμο κρίκο της ελληνικής ναυτοσύνης. Κι όμως, σήμερα βρίσκονται στο «κόκκινο»…
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: από περίπου 300 καρνάγια που λειτουργούσαν στη χώρα πριν από λίγες δεκαετίες, σήμερα έχουν απομείνει μόλις 60 έως 70. Μαζί τους συρρικνώνεται και ένας ολόκληρος κόσμος γνώσης, τεχνικής εμπειρίας και παραγωγικής δραστηριότητας που στήριξε επί δεκαετίες τη ναυπηγοεπισκευή, τη νησιωτική οικονομία και την τοπική απασχόληση.
Αμείλικτα στοιχεία
Η μείωση δεν είναι τυχαία. Οφείλεται κυρίως σε ένα αποσπασματικό θεσμικό πλαίσιο, σε παρερμηνείες της νομοθεσίας και σε διοικητικές πρακτικές που αντιμετωπίζουν τα καρνάγια ως «πρόβλημα χρήσης αιγιαλού» και όχι ως διαρκείς παραγωγικές μονάδες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραχωρήσεις γίνονται για μόλις ένα έως τρία χρόνια, με υψηλά τιμήματα, γεγονός που καθιστά αδύνατο κάθε επενδυτικό σχεδιασμό. Δεν είναι λίγα τα καρνάγια που οδηγούνται σε κλείσιμο όχι λόγω έλλειψης δουλειάς, αλλά εξαιτίας προστίμων, διοικητικών αποβολών ή νομικών εκκρεμοτήτων δεκαετιών.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και στο επίπεδο του ξύλινου στόλου. Η Ελλάδα διέθετε κάποτε περίπου 17.000 ξύλινα σκάφη, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι έχουν απομείνει έως 3.500. Την ίδια στιγμή, γειτονικές χώρες, όπως η Τουρκία, αναπτύσσουν δυναμικά τη ναυπήγηση ξύλινων σκαφών, προσελκύοντας παραγγελίες από όλο τον κόσμο και καλύπτοντας το κενό που αφήνει η ελληνική υποχώρηση.
Ζωντανό ενδιαφέρον
Κι όμως, το ενδιαφέρον για τα ξύλινα σκάφη παραμένει ζωντανό. Σύμφωνα με τα δεδομένα από την ψηφιοποίηση του αρχείου ξύλινων σκαφών, που περιλαμβάνει 905 σκάφη με χρονολογία από το 1910 έως σήμερα, κάθε χρόνο χαρακτηρίζονται ως παραδοσιακά 50 έως 80 σκάφη. Ιδιαίτερη άνθηση καταγράφεται στις δεκαετίες 1970-1990, αλλά και τα πιο πρόσφατα χρόνια, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ξυλοναυπηγική δεν αποτελεί παρελθόν, αλλά ζωντανή πρακτική.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη συντήρηση των υφιστάμενων σκαφών. Οπως επισημαίνουν άνθρωποι του κλάδου, χωρίς νέους ρόλους και νέα χρήση για τα ξύλινα σκάφη, τα καρνάγια απλώς θα παρατείνουν τον χρόνο ζωής τους μέχρι να κλείσουν οριστικά. Ιδέες όπως η αξιοποίηση των ξύλινων σκαφών ως «πράσινων» μέσων μεταφοράς με ιστία, ακόμη και για εμπορευματικές διαδρομές μεταξύ νησιών –πρακτικές που ήδη εφαρμόζονται στη Βόρεια Ευρώπη– ανοίγουν μια διαφορετική προοπτική: σύνδεση της παράδοσης με τη βιωσιμότητα και την καινοτομία.
Σχολή στη Σάμο
Κομβικής σημασίας είναι και η εκπαίδευση. Η δημιουργία πειραματικής σχολής ξυλοναυπηγικής στη Σάμο, με στόχο να ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο, επιχειρεί να καλύψει το κενό διαδοχής. Σήμερα, πολλοί καραβομαραγκοί βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση, χωρίς τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν άδειες και δραστηριότητες στα παιδιά τους, ακόμη κι αν αυτά έχουν σπουδάσει σχετικό αντικείμενο.
Ολα τα παραπάνω βρέθηκαν στο επίκεντρο της 7ης Γενικής Συνέλευσης του Πανελλήνιου Συλλόγου Ναυπηγείων-Ταρσανάδων, που πραγματοποιήθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Εκεί ανακοινώθηκε η πρωτοβουλία για τη δημιουργία ηλεκτρονικής ταυτότητας όλων των καρνάγιων, ένα εργαλείο καταγραφής και θεσμικής θωράκισης, αλλά και η πρόοδος σε ζητήματα παραχωρήσεων αιγιαλού, περιβαλλοντικής αδειοδότησης και μητρώων.
Η συζήτηση ανέδειξε με σαφήνεια ότι το διακύβευμα δεν είναι απλώς η διάσωση κάποιων χώρων, αλλά η επιλογή αν η ναυπηγοεπισκευή και η ξυλοναυπηγική θα συνεχίσουν να αποτελούν ζωντανό κομμάτι της ελληνικής παραγωγής ή θα περάσουν οριστικά στην ιστορία.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΚΙΚΑΣ: ΣΤΟΧΟΣ Η ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΣΤΗΡΙΞΗ
Κατά την 7η Γενική Συνέλευση του Πανελλήνιου Συλλόγου Ναυπηγείων-Ταρσανάδων, ο υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Στέφανος Γκίκας (στη φωτό), υπενθύμισε τη θεσμική κατοχύρωση των καρνάγιων-ταρσανάδων, την επίλυση ζητημάτων περιβαλλοντικής αδειοδότησης, το μητρώο καρνάγιων, τις ρυθμίσεις για την παραχώρηση χώρων σε αιγιαλό και χερσαίες ζώνες λιμένων, καθώς και τις πρωτοβουλίες για την εκπαίδευση νέων τεχνιτών. Σχετικά με τη δημιουργία της ηλεκτρονικής ταυτότητας τόνισε ότι θα βελτιώσει τον κλάδο και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη συνεργασία με τον πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Γιώργο Στασινό, υπενθυμίζοντας και την πρόσφατη δράση για το αποθετήριο των διατηρητέων κτιρίων στο Αιγαίο. «Στόχος μας είναι να στηρίξουμε έμπρακτα τις επιχειρήσεις και τους ανθρώπους του κλάδου αναδεικνύοντας τα πολλαπλά οφέλη που προκύπτουν για τις τοπικές κοινωνίες, την απασχόληση, τον τουρισμό και την εθνική οικονομία», πρόσθεσε.













