Οργή, πόνο και αγανάκτηση προκαλούν στην οικογένεια της Δώρας Ναστούλη, οι ισχυρισμοί του δράστη, ο οποίος στο δικαστήριο ανακάλεσε την αρχική του κατάθεση, επιχειρώντας να αποδώσει το έγκλημα του στο αλκοόλ και στα ψυχοφάρμακα που – όπως υποστήριξε – είχε καταναλώσει.
Η δίκη συνεχίζεται στη Λευκάδα με την υπόθεση της άγριας δολοφονίας της 43χρονης μητέρας στο Αγρίνιο τον Νοέμβριο του 2024 να συγκλονίζει.
Στην αίθουσα του δικαστηρίου, σύμφωνα με το protothema η μητέρα της Δώρας και ο αδερφός της παρακολουθούν με σφιγμένη καρδιά κάθε λέξη του κατηγορούμενου. Κάθε φορά που ακούγονται οι νέοι του ισχυρισμοί, τα μάτια τους βουρκώνουν. Όχι μόνο από τον πόνο της απώλειας αλλά και από την αίσθηση αδικίας για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να εξηγηθεί το αδιανόητο, η δολοφονία της κόρης και αδελφής τους.
Ο δικηγόρος της οικογένειας, Βασίλης Καραγκούνης έχει εμπιστοσύνη στο έργο της Δικαιοσύνης ενώ η δίκη θα συνεχιστεί την ερχόμενη Δευτέρα.
Το έγκλημα και η σύλληψη του δράστη
Η 43χρονη ήταν διαζευγμένη και μητέρα τριών παιδιών. Μετά τον χωρισμό από τον πρώην σύζυγό της είχε συνάψει σχέση με τον 30χρονο αλλά η σχέση τους τελείωσε. Το επόμενο διάστημα η Δώρα Ναστούλη προχώρησε τη ζωή της και ήταν έτοιμη να αρραβωνιαστεί με τον σύντροφό της.
Τη μοιραία ημέρα της δολοφονίας τον Νοέμβριο του 2024, ο δράστης είχε στήσει καρτέρι στη γυναίκα έχοντας όπλο. Όπλο το οποίο μάλιστα προμηθεύτηκε ενώ, μερικούς μήνες πριν, οι Αρχές του είχαν αφαιρέσει δύο κυνηγετικά όπλα που κατείχε μετά από μήνυση που είχε υποβάλλει σε βάρος του το θύμα για ενδοοικογενειακή βία.
Ο 30χρονος, παρόλο που του είχε αφαιρεθεί ο οπλισμός, ταξίδεψε στην Αθήνα, αγόρασε νέο όπλο από τη «μαύρη αγορά» και επέστρεψε στο Αγρίνιο.
Στη συνέχεια περίμενε μέχρι να φτάσει η γυναίκα στο σημείο που έλαβε χώρα το έγκλημα και όταν εκείνη στάθμευσε το αυτοκίνητό της, την αιφνιδίασε και μπήκε στο αυτοκίνητο από την πόρτα του συνοδηγού και στη συνέχεια την πυροβόλησε.
Μετά την τέλεση του εγκλήματος, ο 30χρονος άφησε το αυτοκίνητό του και άρχισε να περιφέρεται, φτάνοντας στην περιοχή της Μυρτιάς, όπου εντοπίστηκε μερικές ημέρες αργότερα.
Νωρίτερα είχε επικοινωνήσει με την αδερφή του και της είχε πει «χτύπησα τη Δώρα». Την αποθήκη στην οποία είχε καταφύγει ο δολοφόνος της 43χρονης μητέρας τριών παιδιών, υπέδειξαν στους αστυνομικούς η μητέρα και η αδελφή του, οι οποίες φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να βάλει τέλος στη ζωή του.
«Να παραδοθεί, να πληρώσει γι’ αυτό που έκανε, αλλά να μην αυτοκτονήσει, να μην τον σκοτώσουν», έλεγε τις πρώτες ώρες μετά το έγκλημα η αδελφή του δράστη.
Δυνάμεις της ΟΠΚΕ προσέγγισαν την αποθήκη. Ο δράστης κάθε φορά που ένιωθε τους αστυνομικούς να πλησιάζουν πιο κοντά, έβαζε το όπλο του στον κρόταφο. Ο διαπραγματευτής κατάφερε να τον ηρεμήσει και στο τέλος μπήκε στην αποθήκη η αδελφή του, τον αγκάλιασε, του έπιασε τα χέρια και έτσι εκείνος άφησε το όπλο. Τότε μπήκαν στην αποθήκη οι αστυνομικοί, τον ακινητοποίησαν και του πέρασαν χειροπέδες.













