Στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων από τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων μέσω του «Σύστηματος Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» (BANKAPP) καθώς και στην επέκταση της χρήσης του συστήματος σε περισσότερες φοροελεγκτικές υπηρεσίες προχωρεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων.
Με τις κινήσεις αυτές, οι φορολογικοί έλεγχοι που διενεργούνται από την Α.Α.Δ.Ε. για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων μέσω ηλεκτρονικών διασταυρώσεων δεδομένων τραπεζικών λογαριασμών και δεδομένων φορολογικών δηλώσεων θα ολοκληρώνονται γρηγορότερα και παράλληλα θα αυξηθούν σημαντικά σε αριθμό καθώς θα διενεργούνται πλέον από περισσότερες φοροελεγκτικές υπηρεσίες, οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν στη διάθεσή τους και δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το συγκεκριμένο σύστημα επεξεργασίας δεδομένων τραπεζικών λογαριασμών.
Ειδικότερα, με απόφαση που υπέγραψε και εξέδωσε ο Διοικητής της ΑΑΔΕ Γ. Πιτσιλής:
1) Απαλείφεται η πολύπλοκη διαδικασία επεξεργασίας αιτημάτων της ΑΑΔΕ προς τα Υπόχρεα Πρόσωπα (ΥΠ), που προβλεπόταν μέχρι τώρα και όριζε ότι: «Κάθε αίτημα ελέγχεται έτσι ώστε να αποφεύγονται ερωτήματα που έχουν ήδη απαντηθεί στο παρελθόν και διατηρούνται στο BANCAPP. Αυτή η πρόσθετη λειτουργικότητα, μετασχηματίζει το ερώτημα, διασταυρώνοντας τις ημερομηνίες που έχουν ζητηθεί στο παρελθόν. Αν υπάρχει επικάλυψη, προωθείται αυτοματοποιημένα στα ΥΠ μόνο το μέρος του αιτήματος που αφορά νέες ημερομηνίες. Ο χρήστης λαμβάνει απάντηση για το συνολικό αίτημα μέσω του BANCAPP.»
Η διαδικασία απλοποιείται πλήρως καθώς προβλέπεται πλέον το εξής: «Για κάθε αίτημα ο χρήστης λαμβάνει μέσω του BANCAPP απάντηση από όλα τα ΥΠ.».
2) Ανοίγει ο δρόμος, μέσω της απλοποίησης της παράπανω διαδικασίας, ώστε να μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν το ΒΑΝΚΑPP και άλλες φοροελεγκτικές υπηρεσίες που μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν.
Στην ουσία η ΑΑΔΕ προχωρεί σε βελτίωση και επέκταση της χρήσης του «Σύστηματος Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» (ΒΑΝΚΑPP) που έθεσε σε λειτουργία από τις αρχές του 2024 για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και του παράνομου πλουτισμού. Πρόκειται για ένα αναβαθμισμένο λογισμικό αυτόματης διενέργειας ελέγχων για αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει και να επεξεργάζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα και σε βάθος δεκαετίας στοιχεία και πληροφορίες για τις κινήσεις των πάσης φύσεως καταθετικών και επενδυτικών λογαριασμών, των λογαριασμών εξυπηρέτησης δανείων, των πιστωτικών καρτών και των λοιπών ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής των ελεγχομένων προσώπων, καθώς και πληροφορίες για το περιεχόμενο των τραπεζικών τους θυρίδων και, εν συνεχεία, να διασταυρώνει τα στοιχεία αυτά με τα δεδομένα των φορολογικών τους δηλώσεων ώστε να εξάγει άμεσα αποτελέσματα εντοπισμού τυχόν αδήλωτων – αποκρυβέντων εισοδημάτων και εσόδων.
Με το εν λόγω Σύστημα μπορούν να ελεγχθούν περιπτώσεις αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας που υποκρύπτουν τη διάπραξη αδικημάτων εκτεταμένης και μεγάλης φοροδιαφυγής.
Σε κάθε περίπτωση που εντοπίζονται ποσά, η απόκτηση των οποίων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα, τα ποσά αυτά χαρακτηρίζονται αυτόματα ως παράνομη «προσαύξηση περιουσίας» και φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 33%.
Ειδικότερα, μέσω του Συστήματος αυτού συλλέγονται και αξιοποιούνται τα δεδομένα του αρχείου χρηματοπιστωτικών προϊόντων και αναλυτικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών πληρωμών και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων και αναλυτικών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών των ΑΦΜ για τα οποία έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου στο ΟΠΣ ELENXIS.
Ως «Υπόχρεα Πρόσωπα διαβίβασης δεδομένων» στο Σύστημα έχουν οριστεί:
–τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν.4261/2014, συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων,
–τα ιδρύματα πληρωμών του Ν.4537/2018,
–τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος του Ν.4021/2011, τα οποία δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, με ή χωρίς φυσική εγκατάσταση και τηρούνται στο Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδας.
Τα στοιχεία που οφείλουν να αποστέλλουν οι τράπεζες και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα στις ελεγκτικές αρχές της ΑΑΔΕ είναι οι κινήσεις πού έχουν πραγματοποιηθεί σε κάθε:
- Καταθετικό λογαριασμό πρώτης ζήτησης.
- Καταθετικό προθεσμιακό λογαριασμό.
- Χορηγητικό λογαριασμό (λογαριασμό εξυπηρέτησης δανείου).
- Επενδυτικός λογαριασμό (Παντός είδους χαρτοφυλάκια επενδυτικών προϊόντων και αξιογράφων, όπως αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές, τραπεζοασφάλιστρα, παράγωγα,Reposκ.λπ.)
- Άλλου είδους τραπεζικό λογαριασμό.
- Πιστωτική Κάρτα
- Τραπεζική Θυρίδα
- Λογαριασμό Πληρωμών
- Προπληρωμένη κάρτα (prepaid)
- Ηλεκτρονικό πορτοφόλι.
Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διαβιβάζονται, δύναται να ανατρέχουν στην τελευταία δεκαετία από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος παροχής πληροφοριών ενώ κάθε αίτημα πρέπει να απαντηθεί το αργότερο εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Με τη λειτουργία του Συστήματος και με τις νέες κινήσεις της ΑΑΔΕ ουσιαστικά επιταχύνεται η διαδικασία του ελέγχου. Το Σύστημα προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη κατ’ έτος, για κάθε ελεγχόμενο ΑΦΜ, αφού με την υποβολή αιτήματος από την ΑΑΔΕ, τα υπόχρεα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να την ενημερώσουν για κάθε στοιχείο και πληροφορία που αφορά το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με το οποίο συναλλάσσονται, ώστε να γίνεται άμεσα η άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου, καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των αρχών και υπηρεσιών του Δημοσίου.


















