Οι γυναίκες που εισέρχονται στην εμμηνόπαυση πριν από την ηλικία των 40 ετών αντιμετωπίζουν περίπου 40% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου κατά τη διάρκεια της ζωής τους, σε σύγκριση με όσες μπαίνουν στην εμμηνόπαυση αργότερα, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη του αμερικανικού υγειονομικού συστήματος «Northwestern Medicine».
Η εμμηνόπαυση ορίζεται ως η συμπλήρωση ενός έτους από την τελευταία έμμηνο ρύση. Στις ΗΠΑ, η μέση ηλικία εμφάνισής της είναι τα 51 έτη. Οι ερευνητές ορίζουν ως πρόωρη εμμηνόπαυση την εμμηνόπαυση που εμφανίζεται πριν από την ηλικία των 40 ετών. Επίσης, ως πρώιμη εμμηνόπαυση ορίζεται η εμμηνόπαυση που συμβαίνει μεταξύ 40 και 45 ετών.
Τα αίτια της πρόωρης εμμηνόπαυσης δεν είναι πλήρως κατανοητά και πιθανότατα σχετίζονται με γενετικούς, βιολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, αλλά και με συμπεριφορές, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία και το χρόνιο στρες.
Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «JAMA Cardiology», αναλύθηκαν δεδομένα για περισσότερες από 10.000 γυναίκες στις ΗΠΑ, που συμμετείχαν σε έξι μακροχρόνιες μελέτες και παρακολουθήθηκαν μεταξύ 1964 και 2018.
Ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση παραγόντων κινδύνου όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η υπέρταση και ο διαβήτης, η πρόωρη εμμηνόπαυση συνδέθηκε με υψηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου κατά 41% για τις μαύρες γυναίκες και κατά 39% για τις λευκές.
Διαπιστώθηκε επίσης ότι η πρόωρη εμμηνόπαυση είναι τρεις φορές συχνότερη στις μαύρες γυναίκες σε σχέση με τις λευκές (15,5% έναντι 4,8%). Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η διαφορά αντανακλά έναν σύνθετο συνδυασμό προβλημάτων υγείας και δομικών ανισοτήτων και όχι μόνο βιολογικές διαφορές.
Δεν είναι σαφές εάν η ίδια η μετάβαση στην εμμηνόπαυση προάγει τις καρδιαγγειακές ασθένειες ή εάν οι γυναίκες που βιώνουν πρόωρη εμμηνόπαυση έχουν ήδη ένα υποκείμενο προφίλ κινδύνου που τις προδιαθέτει και για καρδιαγγειακές παθήσεις.
Πάντως, οι ορμονικές αλλαγές της εμμηνόπαυσης επηρεάζουν την καρδιαγγειακή υγεία, ακόμη και όταν συμβαίνουν στη μέση ηλικία. Η μείωση των επιπέδων οιστρογόνων συνδέεται με αλλαγές που αυξάνουν τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης ένα σημαντικό κενό στην ιατρική πρακτική: η εμμηνόπαυση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται κυρίως ως γυναικολογικό ζήτημα, παρότι η ορμονική μετάβαση επηρεάζει σχεδόν όλα τα συστήματα του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του καρδιαγγειακού.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι γιατροί θα πρέπει να ρωτούν συστηματικά τις γυναίκες για την ηλικία στην οποία μπήκαν στην εμμηνόπαυση για να εντοπίζουν γυναίκες υψηλότερου κινδύνου με στόχο την έγκαιρη παρέμβαση.
















