Το φαινόμενο του shrinkflation εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, η ακρίβεια δεν «γράφεται» πάντα στην τιμή, αλλά συχνά κρύβεται στο… βάρος. Συσκευασίες που μοιάζουν ίδιες με παλαιότερες, προϊόντα που κρατούν την ίδια θέση στο ράφι και τιμές που δεν αλλάζουν δραματικά συνθέτουν μια παραπλανητική εικόνα σταθερότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, ο καταναλωτής παίρνει λιγότερο προϊόν πληρώνοντας τα ίδια ή και περισσότερα χρήματα. Το φαινόμενο του shrinkflation -από τις λέξεις shrink (συρρικνώνομαι) και inflation (πληθωρισμός)-, που γιγαντώθηκε τα χρόνια της πληθωριστικής κρίσης, βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο της Πολιτείας, με νέα ρύθμιση που επιχειρεί να «φωτίσει» τις κρυφές ανατιμήσεις.
«Φρένο»
Το υπουργείο Ανάπτυξης επιχειρεί να βάλει «φρένο» στην αθέμιτη αυτή εμπορική πρακτική, εισάγοντας υποχρεωτική σήμανση για τα προϊόντα που μειώνουν το περιεχόμενό τους χωρίς αντίστοιχη μείωση τιμής. Πρόκειται για μια παρέμβαση που στοχεύει ευθέως στην ενίσχυση της διαφάνειας και την προστασία του καταναλωτή.
Με τη νέα ρύθμιση, κάθε προϊόν που η ποσότητά του έχει συρρικνωθεί, χωρίς ανάλογη προσαρμογή στην τιμή, θα φέρει ειδική σήμανση πάνω στη συσκευασία για χρονικό διάστημα δύο μηνών. Ουσιαστικά, ο καταναλωτής θα ενημερώνεται ξεκάθαρα ότι αυτό που αγοράζει είναι λιγότερο, ακόμη κι αν η συσκευασία μοιάζει ίδια.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, τα πρόστιμα είναι ιδιαίτερα αυστηρά: ξεκινούν από 5.000 ευρώ και μπορούν να φτάσουν έως και τα 2 εκατ. ευρώ, ενώ για ποινές άνω των 50.000 ευρώ προβλέπεται και δημοσιοποίηση της επωνυμίας της επιχείρησης.
Οπως σημειώνει υψηλόβαθμο στέλεχος των σούπερ μάρκετ στον «Ε.Τ.», το shrinkflation γεννά εύλογες καχυποψίες: όταν η μείωση της ποσότητας δεν συνοδεύεται από μείωση τιμής, ο καταναλωτής αισθάνεται ότι επιβαρύνεται χωρίς να το αντιλαμβάνεται άμεσα.
Η ίδια πηγή εξηγεί ότι η πρακτική αυτή δεν είναι παράνομη. Αντιθέτως, κινείται εντός του υφιστάμενου πλαισίου, καθώς τόσο η ποσότητα όσο και η τιμή αναγράφονται κανονικά στη συσκευασία και στο ράφι. Επιπλέον, η τιμή ανά μονάδα μέτρησης (ανά κιλό ή λίτρο) -που θεωρείται το πιο αξιόπιστο εργαλείο σύγκρισης- είναι υποχρεωτική, ωστόσο η πληροφορία αυτή δεν αξιοποιείται πάντα από τους καταναλωτές, είτε λόγω συνήθειας είτε λόγω έλλειψης χρόνου.
Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι τα σούπερ μάρκετ δεν καθορίζουν τις ποσότητες, αλλά τιμολογούν βάσει των τιμολογίων των προμηθευτών. Με άλλα λόγια, η ευθύνη για τη συρρίκνωση των συσκευασιών βαραίνει τη βιομηχανία.
Παραδείγματα
Για να γίνει αντιληπτό το πραγματικό μέγεθος της επιβάρυνσης, που σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει το 20% και το 30%, αρκεί να «μεταφραστούν» οι αλλαγές σε απλούς αριθμούς.
Ξεκινώντας από βασικά προϊόντα, η περίπτωση της μαργαρίνης είναι ενδεικτική. Η συσκευασία μειώθηκε από τα 250 στα 200 γραμμάρια, ενώ η τιμή αυξήθηκε από 1,41 σε 1,48 ευρώ. Με απλά λόγια, ο καταναλωτής πληρώνει 7 λεπτά περισσότερα για 50 γραμμάρια λιγότερο προϊόν. Δηλαδή, για κάθε 100 γραμμάρια, το κόστος έχει εκτιναχθεί σημαντικά, οδηγώντας σε μια «κρυφή» ανατίμηση που ξεπερνά το 30%.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα δημητριακά, ένα προϊόν καθημερινής κατανάλωσης για πολλά νοικοκυριά. Εκεί όπου η συσκευασία των 600 γραμμαρίων κόστιζε 6,83 ευρώ, πλέον έχει περιοριστεί στα 540 γραμμάρια, με την τιμή να φτάνει τα 6,95 ευρώ. Ουσιαστικά, ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερο και ταυτόχρονα βλέπει το προϊόν να τελειώνει πιο γρήγορα, κάτι που «μεταφράζεται» σε συχνότερες αγορές.
Ακόμη και σε προϊόντα που θεωρούνται «οικονομικά», οι αλλαγές είναι υπαρκτές. Στον κατεψυγμένο αρακά, η μείωση από τα 450 στα 420 γραμμάρια συνοδεύτηκε από μια οριακή αύξηση τιμής (από 3,28 στα 3,29 ευρώ). Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή στο ταμείο, όμως σε βάθος χρόνου επιβαρύνει σταθερά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στα γιαούρτια. Σε πολυσυσκευασία τριών τεμαχίων, το κάθε κεσεδάκι μειώθηκε από τα 200 στα 190 γραμμάρια, ενώ η συνολική τιμή παρέμεινε σταθερή στα 3,58 ευρώ. Ετσι, ο καταναλωτής αγοράζει συνολικά 30 γραμμάρια λιγότερο προϊόν, πληρώνοντας ακριβώς τα ίδια χρήματα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση στα σνακ, όπου το φαινόμενο του shrinkflation είναι πιο έντονο. Πατατάκια που πωλούνταν σε συσκευασία 150 γραμμαρίων με 1,50 ευρώ, πλέον διατίθενται σε 140 γραμμάρια και κοστίζουν 1,59 ευρώ. Δηλαδή, όχι μόνο μειώθηκε το περιεχόμενο κατά 10 γραμμάρια, αλλά ο καταναλωτής καλείται να πληρώσει και 9 λεπτά περισσότερα.
Καθαριστικά
Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται στα τρόφιμα. Στα απορρυπαντικά πλυντηρίου, για παράδειγμα, οι μεζούρες μειώθηκαν από 55 σε 50, με την τιμή να παραμένει στα 12,50 ευρώ. Αυτό σημαίνει λιγότερες πλύσεις με το ίδιο κόστος. Στα σαμπουάν, η μείωση από τα 400 στα 360 ml χωρίς αλλαγή τιμής οδηγεί, επίσης, σε ουσιαστική αύξηση του κόστους.
Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στα αφρόλουτρα. Προϊόν που παλαιότερα διετίθετο σε συσκευασία 750 ml προς 5,50 ευρώ, πλέον πωλείται σε 650 ml και τιμή 5,80 ευρώ. Ο καταναλωτής, δηλαδή, πληρώνει 30 λεπτά περισσότερα για 100 ml λιγότερο προϊόν, μια διαφορά που δύσκολα εντοπίζεται αν δεν γίνει προσεκτική σύγκριση.
Διεθνής… τάση παραπλάνησης
Το shrinkflation, πάντως, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Εμφανίστηκε διεθνώς ως απάντηση των εταιριών στην αύξηση του κόστους παραγωγής, από τις πρώτες ύλες μέχρι την ενέργεια και τις μεταφορές. Αντί να αυξήσουν ευθέως τις τιμές, πολλές επιχειρήσεις επέλεξαν να μειώσουν την ποσότητα, διατηρώντας την «ψυχολογική» τιμή σταθερή. Η πρακτική αυτή, ωστόσο, παραπλανεί τους καταναλωτές, καθώς η πραγματική αύξηση δεν είναι άμεσα εμφανής.
Η υποχρεωτική σήμανση, που εισάγεται τώρα, επιχειρεί να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό πληροφόρησης. Με ευδιάκριτες ενδείξεις πάνω στη συσκευασία, ο καταναλωτής θα μπορεί να γνωρίζει ότι ένα προϊόν έχει «συρρικνωθεί», ακόμη κι αν η συσκευασία παραμένει παρόμοια.
Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι το μέτρο θα λειτουργήσει αποτρεπτικά, καθώς οι εταιρίες θα διστάζουν να προχωρούν σε τέτοιες αλλαγές όταν αυτές γίνονται άμεσα ορατές. Παράλληλα, ενδέχεται να οδηγήσει σε αναθεώρηση τιμολογιακών πολιτικών, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Πάντως, παρά τις θεσμικές παρεμβάσεις, εκπρόσωποι της αγοράς επισημαίνουν στον «Ε.Τ.» ότι η πιο αποτελεσματική άμυνα απέναντι στο shrinkflation παραμένει η ενημέρωση. Η σύγκριση της τιμής ανά κιλό ή λίτρο, που συχνά περνά απαρατήρητη, είναι το ασφαλέστερο εργαλείο για την αξιολόγηση της πραγματικής αξίας ενός προϊόντος.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΙΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ
| Προϊόντα | Αρχική ποσότητα/Τιμή | Νέα ποσότητα/Τιμή | Μεταβολή τιμής (%) |
| Κατεψυγμένος αρακάς | 450 γραμμ./3,28€ | 420 γραμμ./3,29€ | +8,3% |
| Μαργαρίνη | 250 γραμμ./1,41€ | 200 γραμμ./1,48€ | +31,2% |
| Γιαούρτι
(συσκευασία 3 τεμαχίων) |
200 γραμμ./3,58€ |
190 γραμμ./3,58€ |
+5,4% |
| Πατατάκια | 150 γραμμ./1,50€ | 140 γραμμ./1,59€ | +13,6% |
| Δημητριακά | 600 γραμμ./6,83€ | 540 γραμμ./6,95€ | +13,1% |
| Απορρυπαντικό πλυντηρίου | 55 μεζούρες/12,50€ | 50 μεζούρες/12,50€ | +10% |
| Σαμπουάν | 400 ml/4,20€ | 360 ml/4,20€ | +11,1% |
| Αφρόλουτρο | 750 ml/5,50€ | 650 ml/5,80€ | +21,8% |









