Πολλές φορές έχω θαυμάσει τον τρόπο με τον οποίο άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους. Την ενότητα με την οποία διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας, τη συλλογικότητα με την οποία προστατεύουν το επάγγελμά τους, την αποφασιστικότητα με την οποία υπερασπίζονται τα κεκτημένα τους και ανοίγουν δρόμους για νέες κατακτήσεις.
Δυστυχώς, στον χώρο της δημοσιογραφίας –τουλάχιστον σε τοπικό ή ακόμη και περιφερειακό επίπεδο– συμβαίνει συχνά το ακριβώς αντίθετο.
Δεν υπερασπιζόμαστε το επάγγελμά μας, βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε ακατανόητες καταστάσεις και όλα αυτά δεν παράγουν καλύτερη δημοσιογραφία, αλλά και αποδυναμώνουν τον ίδιο τον κλάδο.
Το αποτέλεσμα είναι ορατό. Νέοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τη δημοσιογραφία αποθαρρύνονται. Επαγγελματίες που αφιέρωσαν χρόνια σπουδών, προσωπικών θυσιών και καθημερινού αγώνα βλέπουν την αξία της δουλειάς τους να υποβαθμίζεται. Και την ίδια στιγμή, ο χώρος ανοίγει διάπλατα σε ανθρώπους που έχουν ως κύρια επαγγελματική ιδιότητα κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ζούμε πλέον την εποχή όπου ο καθένας μπορεί να αυτοαποκαλείται δημοσιογράφος. Αρκεί ένα κινητό τηλέφωνο, ένας λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λίγος ελεύθερος χρόνος. Η δημοσιογραφική ιδιότητα αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως χόμπι, ως παράλληλη ενασχόληση ή ακόμη και ως μέσο προσωπικής προβολής.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι αυτό.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι νομιμοποιούν αυτή την κατάσταση. Αναπαράγουν πρόθυμα το περιεχόμενο αυτών των «νέων δημοσιογράφων», τους προσφέρουν βήμα, τους αναγνωρίζουν κύρος που δεν προκύπτει από επαγγελματική διαδρομή, από δημοσιογραφική ευθύνη ή από καθημερινή βιοποριστική ενασχόληση με το αντικείμενο.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο απόλυτο παράδοξο. Να βραβεύονται και μάλιστα από φορείς και ενώσεις ως δημοσιογράφοι άνθρωποι που το πρωί ασκούν κανονικά το επάγγελμά τους, έχουν τη μισθολογική τους ασφάλεια και, στον ελεύθερο χρόνο τους, γυρίζουν μερικά βίντεο με ιστορίες χωριών και τοπικά αφιερώματα που συγκεντρώνουν κλικ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ξαφνικά τα κλικ γίνονται κριτήριο δημοσιογραφικής αξίας και η δημοσιογραφία μετατρέπεται από επάγγελμα σε χόμπι με βραβεύσεις. Την ίδια ώρα, οι επαγγελματίες του χώρου παρακολουθούν σιωπηλά την απαξίωση της δικής τους εργασίας.
Ακόμη χειρότερα, η πρακτική αυτή συχνά ενισχύεται από θεσμούς, φορείς και εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης, οι οποίοι είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα επιλέγουν να εξισώνουν την επαγγελματική δημοσιογραφία με κάθε μορφή διαδικτυακής παρουσίας. Όταν οι ίδιοι οι θεσμοί παύουν να διακρίνουν τον επαγγελματία από τον περιστασιακό παραγωγό περιεχομένου, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον κλάδο· αφορά συνολικά την ποιότητα της ενημέρωσης.
Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς.
Δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση της δημοσιογραφίας όταν εμείς οι ίδιοι συμβάλλουμε σε αυτήν. Δεν μπορούμε να μιλάμε για επαγγελματικά δικαιώματα όταν δεν υπερασπιζόμαστε τα όρια του επαγγέλματός μας. Δεν μπορούμε να ζητάμε σεβασμό όταν πρώτοι εμείς αποδεχόμαστε την αποδόμηση της επαγγελματικής μας ταυτότητας.
Η δημοσιογραφία δεν είναι χόμπι. Δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι προσωπική προβολή. Δεν είναι μια παράλληλη δραστηριότητα που ασκείται περιστασιακά ανάμεσα σε δύο βάρδιες μιας άλλης εργασίας.
Είναι λειτούργημα, αλλά ταυτόχρονα είναι και επάγγελμα. Με υποχρεώσεις, ευθύνη, δεοντολογία, κόπο, συνέπεια και κόστος.
Και αν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι δεν αποφασίσουμε να υπερασπιστούμε την αξία του επαγγέλματός μας, κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει για εμάς.
Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοσιογραφία δεν είναι όσοι παριστάνουν τους δημοσιογράφους. Είναι η ανοχή των ίδιων των δημοσιογράφων απέναντι σε αυτό το φαινόμενο
Κάθε γενιά αφήνει τα δικά της κληρονομήματα. Άλλοι δημοσιογράφοι μάς παρέδωσαν ελευθερία λόγου, επαγγελματικά δικαιώματα και κύρος. Εμείς τι θα παραδώσουμε; Έναν κλάδο που υπερασπίστηκε την αξία του ή έναν χώρο που χειροκρότησε την υποκατάστασή του; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα είναι και η πραγματική μας παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές δημοσιογράφων του τόπου μας.
ΝΑΝΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΜΕΛΟΣ ΕΣΠΗΤ









