Το μέλι επιστρέφει σχεδόν αυθόρμητα στην καθημερινότητά μας μόλις πέσει η θερμοκρασία. Μπαίνει στο τσάι, στο γιαούρτι ή στο πρωινό και παραδοσιακά χρησιμοποιείται όταν εμφανιστούν τα πρώτα κρυολογήματα και ο ενοχλητικός βήχας.
Παράλληλα, περιέχει φαινολικές ενώσεις και φλαβονοειδή με αντιοξειδωτική δράση, ενώ διαθέτει και αντιμικροβιακές ιδιότητες. Η σύστασή του διαφέρει ανάλογα με τα φυτά από τα οποία προέρχεται, ενώ γενικά τα πιο σκούρα μέλια τείνουν να περιέχουν περισσότερες αντιοξειδωτικές ενώσεις.
Δεν σημαίνει βέβαια ότι το μέλι αποτελεί κάποιο είδος «ασπίδας» απέναντι στις χειμερινές λοιμώξεις. Δεν έχει αποδειχθεί ότι προλαμβάνει το κρυολόγημα ή τη γρίπη. Εκεί όπου τα επιστημονικά στοιχεία είναι πιο συγκεκριμένα είναι στην ανακούφιση ορισμένων συμπτωμάτων, κυρίως του βήχα.
Μπορεί πράγματι να βοηθήσει στον βήχα
Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο BMJ Evidence-Based Medicine εξέτασε 14 μελέτες για τη χρήση του μελιού σε λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.
Σε σύγκριση με τη συνήθη φροντίδα, το μέλι συσχετίστηκε με μικρότερη συχνότητα και ένταση του βήχα, καθώς και με συνολική βελτίωση των συμπτωμάτων. Οι ίδιοι οι ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι χρειάζονται περισσότερες υψηλής ποιότητας μελέτες.
Η παχύρρευστη υφή του μπορεί επίσης να καταπραΰνει προσωρινά έναν ερεθισμένο λαιμό. Γι’ αυτό ένα κουταλάκι μέλι μόνο του ή μέσα σε ένα χλιαρό ή ζεστό ρόφημα μπορεί να βοηθήσει όταν υπάρχει βήχας ή ενόχληση στον λαιμό.
Στα παιδιά, η Cochrane (ανεξάρτητος διεθνής οργανισμός που συγκεντρώνει και αξιολογεί επιστημονικές μελέτες για θέματα υγείας), έχει επίσης βρει ενδείξεις ότι το μέλι μπορεί να ανακουφίσει τον οξύ βήχα σε ορισμένες περιπτώσεις. Αν και η ισχύς των διαθέσιμων στοιχείων δεν είναι τέτοια ώστε να θεωρείται θεραπεία για την αιτία της λοίμωξης.
Πόσο μέλι μπορούμε να τρώμε και ποιοι πρέπει να προσέχουν
Παρά τα οφέλη του, το μέλι παραμένει πηγή ελεύθερων σακχάρων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συμπεριλαμβάνει τα φυσικά σάκχαρα του μελιού στα ελεύθερα σάκχαρα και συστήνει αυτά να αποτελούν λιγότερο από το 10% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης, με ακόμη μεγαλύτερο όφελος όταν περιορίζονται κάτω από το 5%.
Άρα, περισσότερο μέλι δεν σημαίνει και περισσότερα οφέλη. Μικρή ποσότητα στο γιαούρτι, στη βρώμη ή σε ένα ρόφημα είναι αρκετή και μπορεί, για παράδειγμα, να αντικαταστήσει μέρος της ζάχαρης που θα χρησιμοποιούσαμε διαφορετικά.
Υπάρχει επίσης μία πολύ σημαντική εξαίρεση: το μέλι δεν πρέπει να δίνεται σε βρέφη κάτω των 12 μηνών, λόγω του κινδύνου βρεφικής αλλαντίασης, όπως επισημαίνουν τα αμερικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).
Έτσι, το μέλι μπορεί να έχει μια θέση στη φθινοπωρινή και χειμερινή διατροφή, κυρίως ως ένα φυσικό γλυκαντικό με αντιοξειδωτικές ενώσεις και ως βοήθημα για την ανακούφιση του βήχα και του ερεθισμένου λαιμού. Όχι όμως ως μέσο πρόληψης των ιώσεων ούτε ως λόγος για να αυξήσουμε σημαντικά την πρόσληψη ζάχαρης.









