Η υπερβάλλουσα ζήτηση έναντι της διαθέσιμης προσφοράς, είναι ο βασικός ένοχος για την συνεχιζόμενη αύξηση τιμών στην αγορά κατοικίας, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, στην “Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας” για τον Οκτώβριο.
Σύμφωνα με την ανάλυση, από την πλευρά της ζήτησης, καταγράφεται ισχυρό ενδιαφέρον τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό. Η ισχυρή ζήτηση από το εξωτερικό αποτυπώνεται στην εξέλιξη των ξένων άμεσων επενδύσεων σε ακίνητα, οι οποίες κατά την περίοδο ανόδου των τιμών (2018-2025) διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο σε 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, έναντι περίπου 170 εκατ. ευρώ ετησίως κατά την περίοδο υποχώρησης των τιμών (2008-2017). Μάλιστα, το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ροές ξένων άμεσων επενδύσεων σε ακίνητα κατέγραψαν νέα αύξηση, κατά 9,5% σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκαν σε 1 δισ. ευρώ, μετά τη μείωση που είχε καταγραφεί το 2025 (-25,3%), εξέλιξη που είχε αποδοθεί εν μέρει στην αυστηροποίηση του καθεστώτος της Golden Visa.
Η αύξηση των τιμών των οικιστικών ακινήτων συνεχίστηκε και το 2026, αλλά με ηπιότερο ρυθμό. Αναλυτικότερα, οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) αυξήθηκαν το β΄ τρίμηνο του 2026 κατά 5,5% σε ετήσια βάση και πλέον έχουν υπερβεί το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2008 (β΄τρίμηνο 2026: 114,2, 2008: 101,7). Οι τιμές των νέων διαμερισμάτων (ηλικίας έως 5 ετών) το β΄ τρίμηνο του 2026 αυξήθηκαν με ρυθμό 6,2% σε ετήσια βάση και ο σχετικός δείκτης τιμών διαμορφώθηκε το β΄ τρίμηνο του 2026 σε 120,0, και οι τιμές των παλαιών διαμερισμάτων παρουσίασαν άνοδο κατά 5% σε ετήσια βάση με το δείκτη τιμών να ανέρχεται σε 110,6. Κατά γεωγραφική περιοχή, ισχυροί ετήσιοι ρυθμοί αύξησης των τιμών των διαμερισμάτων καταγράφηκαν στις λοιπές περιοχές εκτός των μεγάλων πόλεων (7,1%).
Από την πλευρά της προσφοράς, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών αντανακλά τόσο την απόσυρση μέρους του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών από την αγορά όσο και τον διαχρονικά υποτονικό ρυθμό αναπλήρωσής του. Ο αυξημένος αριθμός κενών ακινήτων αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην καθυστέρηση της διευθέτησης του ιδιωτικού χρέους και στη δέσμευση ακινήτων ως εξασφαλίσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων τα οποία τελούν υπό διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Σημαντικός είναι και ο αριθμός των ακινήτων που διατίθενται στην αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης (αριθμός καταλυμάτων με οριστική εγγραφή στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Μίσθωσης τον Μάρτιο του 2026: 203.122), αν και καταγράφηκε μείωσή του κατά 2,1% έναντι του 2024 (207.572), στην οποία συνέβαλαν τα κυβερνητικά μέτρα για την ανάσχεση της επέκτασης της συγκεκριμένης αγοράς. Επιπλέον, η πολυιδιοκτησία δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση και αξιοποίηση των ακινήτων, ενώ το αυξημένο κόστος ανακαίνισης λειτουργεί αποτρεπτικά για την πραγματοποίηση δαπανών που θα οδηγήσουν στη διατήρηση και επανένταξη οικιστικών ακινήτων στην αγορά. Την ίδια στιγμή, ο ρυθμός αναπλήρωσης του αποθέματος οικιστικών ακινήτων έχει παραμείνει υποτονικός, καθώς η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κατασκευαστικού τομέα διατηρείται επί σειρά ετών σε επίπεδο κοντά στο 2% του ΑΕΠ (β΄ τρίμηνο του 2026: 2,3%), σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (β΄ τρίμηνο του 2026: 5%). Η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα για νέες κατοικίες παρουσιάζει άνοδο σε ετήσια βάση την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2026 (αύξηση κατά 40,9% του αριθμού των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν, κατά 32,2% σε όρους επιφάνειας και κατά 33,6% σε όρους όγκου), μετά τη μείωση που είχε καταγραφεί το 2025.









