Ο Νίκος είναι 42 ετών και εργάζεται ως λογιστής. Πριν από τέσσερα χρόνια βίωσε την πρώτη του κρίση πανικού κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής συνάντησης. Ένιωσε έντονη ταχυκαρδία, ζάλη και την αίσθηση ότι θα λιποθυμήσει μπροστά στους συναδέλφους του.
Δρ. Παλικρούσης Λ. ΘωμάςΨυχολόγος / Γνωστικός Συμπεριφορικός Ψυχοθεραπευτής, MSc
Παρότι οι ιατρικές εξετάσεις δεν ανέδειξαν κάποιο οργανικό πρόβλημα, άρχισε να παίρνει όλο και περισσότερες προφυλάξεις. Στις συναντήσεις καθόταν κοντά στην έξοδο, είχε πάντα μαζί του νερό και έλεγχε επανειλημμένα τους παλμούς του στο smartwatch του.
Πριν από σημαντικές υποχρεώσεις τηλεφωνούσε στη σύζυγό του για να τον καθησυχάσει. Αν αισθανόταν δυσφορία, έβρισκε μια δικαιολογία για να αποχωρήσει.
Σταδιακά άρχισε να αποφεύγει τις επαγγελματικές συναντήσεις και τις μετακινήσεις χωρίς συνοδεία. Σήμερα έχει περιορίσει σημαντικά την εργασία του, αρνείται προσκλήσεις φίλων και σπάνια απομακρύνεται μόνος από το σπίτι. Η σύζυγός του έχει αναλάβει τις περισσότερες εξωτερικές υποχρεώσεις της οικογένειας, ενώ ο ίδιος δυσκολεύεται ακόμη και να παρακολουθήσει μια σχολική εκδήλωση του παιδιού του. Παρότι οι έντονες κρίσεις έχουν αραιώσει, ο φόβος εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή του. Αν δεν κάνω όλα αυτά, μπορεί να πάθω κάτι, σκέφτεται.
Η ιστορία του Νίκου αναδεικνύει έναν σημαντικό μηχανισμό διατήρησης της Διαταραχής Πανικού. Μπροστά στον φόβο μιας νέας κρίσης, ο άνθρωπος μπορεί να αποφεύγει συγκεκριμένες καταστάσεις ή να αναπτύσσει μικρές στρατηγικές προστασίας, τις λεγόμενες συμπεριφορές ασφαλείας. Και οι δύο αντιδράσεις προσφέρουν συχνά προσωρινή ανακούφιση, αλλά μπορεί να συντηρούν μακροπρόθεσμα τον φόβο.
Oι αποφυγές ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνδέονται με την αγοραφοβία, όταν αφορούν καταστάσεις στις οποίες το άτομο φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να διαφύγει ή να βρει βοήθεια (Υπερσύνδεση άρθρου προς δημοσίευση: «Διαταραχή Πανικού και Αγοραφοβία: Όταν ο φόβος αρχίζει να περιορίζει τη ζωή μας»).
Οι συμπεριφορές ασφαλείας, ωστόσο, κρύβουν ένα λιγότερο εμφανές παράδοξο: όσο περισσότερο ο άνθρωπος στηρίζεται σε αυτές, τόσο λιγότερες ευκαιρίες έχει να διαπιστώσει ότι μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς αυτές.
Συμπεριφορές ασφαλείας: Όταν η προστασία γίνεται ανάγκη
Είναι φυσιολογικό να προστατεύουμε τον εαυτό μας όταν αισθανόμαστε ότι κινδυνεύουμε. Στη Διαταραχή Πανικού, όμως, μια καθημερινή πράξη μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ίδια την πράξη, αλλά στην πεποίθηση που τη συνοδεύει. Το να έχουμε μαζί μας ένα μπουκάλι νερό είναι συνηθισμένο. Όταν, όμως, κάποιος πιστεύει ότι χωρίς αυτό θα λιποθυμήσει ή θα πάθει κάτι σοβαρό, το νερό γίνεται κάτι που θεωρεί απαραίτητο για την ασφάλειά του.
Οι συμπεριφορές ασφαλείας μπορεί να είναι εμφανείς, όπως το να έχει κάποιος μαζί του ένα αγχολυτικό για παν ενδεχόμενο, να ζητά συνεχώς καθησυχασμό ή να επιλέγει θέση κοντά στην έξοδο επειδή φοβάται μια νέα κρίση. Άλλες είναι πιο διακριτικές: ο επανειλημμένος έλεγχος των παλμών, η προσπάθεια αυστηρού ελέγχου της αναπνοής ή η συνεχής παρακολούθηση των σωματικών αισθήσεων. Η κλινική τους σημασία εξαρτάται από τον λόγο για τον οποίο γίνονται και από τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου.
Σταδιακά μπορεί να δημιουργηθούν άκαμπτοι προσωπικοί κανόνες: Δεν πηγαίνω πουθενά χωρίς το φάρμακό μου, Πρέπει να ξέρω πού βρίσκεται η έξοδος, Αν αισθανθώ ζάλη, πρέπει αμέσως να καθίσω. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνει ο άνθρωπος για να αισθανθεί ασφαλής, αλλά τι πιστεύει ότι θα του συμβεί αν δεν το κάνει.
Γιατί οι συμπεριφορές ασφαλείας μπορούν να συντηρούν τον πανικό;
Το 1991, ο Βρετανός ψυχολόγος Paul Salkovskis, σήμερα καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ανέδειξε τον ρόλο των συμπεριφορών ασφαλείας στη διατήρηση του άγχους.
Ο Salkovskis, που τιμήθηκε το 2017 από τη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία για την προσφορά του στην Κλινική Ψυχολογία, υποστήριξε μια σημαντική ιδέα: οι προσπάθειες προστασίας από μια καταστροφή που φοβόμαστε μπορεί να μας εμποδίζουν να αμφισβητήσουμε την πεποίθηση ότι κινδυνεύουμε, καθώς αποδίδουμε την αποτροπή της στις προφυλάξεις μας, αντί να εξετάσουμε μήπως ο κίνδυνος ήταν εξαρχής υπερεκτιμημένος.
Ας επιστρέψουμε στον Νίκο. Ολοκληρώνει μια επαγγελματική συνάντηση χωρίς να λιποθυμήσει. Θα μπορούσε να είναι μια εμπειρία που θα τον βοηθούσε να αμφισβητήσει τον φόβο του. Εκείνος, όμως, σκέφτεται: Ευτυχώς που καθόμουν κοντά στην έξοδο και είχα το νερό μου. Αποδίδει την ασφάλειά του στις προφυλάξεις που πήρε.
Έτσι, εξακολουθεί να πιστεύει ότι χωρίς αυτές κάτι σοβαρό θα μπορούσε να είχε συμβεί. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε, αλλά η πεποίθηση ότι κινδυνεύει παραμένει.
Η θεωρία αυτή βρήκε ερευνητική υποστήριξη το 1996, όταν ο Salkovskis συνεργάστηκε με δύο ακόμη διακεκριμένους επιστήμονες της Οξφόρδης: τον David M. Clark, δημιουργό του γνωστικού μοντέλου του πανικού (1986) και μετέπειτα τιμημένο με το παράσημο CBE, και τον Michael Gelder (1929–2018), πρωτοπόρο της συμπεριφορικής θεραπείας και ιδρυτή του Τμήματος Ψυχιατρικής της Οξφόρδης.
Στη μελέτη τους, Cognition–behaviour links in the persistence of panic, που δημοσιεύθηκε στο Behaviour Research and Therapy, εξέτασαν 147 ασθενείς με Διαταραχή Πανικού. Τα ευρήματα υποστήριξαν τη σχέση ανάμεσα στις καταστροφικές πεποιθήσεις και στις συμπεριφορές ασφαλείας.
Το 1999, σε μεταγενέστερη πειραματική μελέτη με τη συμμετοχή και άλλων ερευνητών, ασθενείς με Διαταραχή Πανικού και αγοραφοβία που διέκοψαν τις συμπεριφορές ασφαλείας κατά τη διάρκεια έκθεσης 15 λεπτών παρουσίασαν, σε επαναληπτική δοκιμασία μέσα στις επόμενες δύο ημέρες, σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του άγχους και των καταστροφικών πεποιθήσεων από εκείνους που συνέχισαν να τις χρησιμοποιούν. Τα ευρήματα αυτά ενίσχυσαν τη γνωστική εξήγηση.
Η διαδικασία συνδέεται με τον φαύλο κύκλο του φόβου, αλλά προσθέτει μια σημαντική διάσταση: δεν έχει σημασία μόνο πώς ερμηνεύουμε μια σωματική αίσθηση, αλλά και πώς αντιδρούμε σε αυτήν. Όταν μια προφύλαξη μειώνει προσωρινά το άγχος, αυξάνεται η πιθανότητα να την επαναλάβουμε. Και όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι μας έσωσε, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αναγνωρίσουμε ότι ίσως δεν κινδυνεύαμε εξαρχής.
Διαταραχή Πανικού – Όταν οι προφυλάξεις αρχίζουν να καθορίζουν την καθημερινότητα
Οι συμπεριφορές ασφαλείας μπορεί αρχικά να μοιάζουν με μικρές προσαρμογές. Με τον καιρό, όμως, ορισμένοι άνθρωποι χρειάζονται όλο και περισσότερες προϋποθέσεις για να κάνουν ακόμη και κάτι συνηθισμένο. Μια μετακίνηση απαιτεί σχεδιασμό, μια επαγγελματική υποχρέωση προετοιμασία και μια αυθόρμητη έξοδος μπορεί να μετατρέπεται σε πηγή έντονης ανησυχίας.
Ορισμένες προσπάθειες προστασίας μπορεί, μάλιστα, να ενισχύουν τις σωματικές αισθήσεις που προκαλούν φόβο. Κάποιος που ελέγχει συνεχώς την αναπνοή του μπορεί άθελά του να μεταβάλει τον φυσιολογικό της ρυθμό.
Ένας άλλος, που αποφεύγει συστηματικά την άσκηση επειδή φοβάται την ταχυκαρδία, ενδέχεται με τον καιρό να χάσει μέρος της φυσικής του κατάστασης και να λαχανιάζει ευκολότερα. Οι αισθήσεις αυτές μπορεί στη συνέχεια να παρερμηνεύονται ως ενδείξεις κινδύνου.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο ίδιο το άτομο. Η διαρκής ανάγκη για καθησυχασμό ή συνοδεία μπορεί να επηρεάσει τις οικογενειακές σχέσεις. Ο σύντροφος αναλαμβάνει περισσότερες υποχρεώσεις και τα κοινά σχέδια προσαρμόζονται στον φόβο.
Η βοήθεια προσφέρεται από ενδιαφέρον, αλλά όταν θεωρείται απαραίτητη για κάθε δραστηριότητα, μπορεί άθελά της να ενισχύει την εξάρτηση.
Για τον Νίκο, η δυσκολία βρίσκεται πλέον στις στιγμές που χάνει με το παιδί του, στις εξόδους που αναβάλλει και στην αίσθηση ότι δεν μπορεί να στηριχθεί στις δυνατότητές του.
Η συχνότητα των κρίσεων μπορεί να έχει μειωθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει βελτιωθεί και η ποιότητα της ζωής του. Η Διαταραχή Πανικού μπορεί να τον περιορίζει ακόμη και τις ημέρες που δεν εκδηλώνεται καμία κρίση.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση των συμπεριφορών ασφαλείας
Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις συμπεριφορές ασφαλείας και να εξετάσει τις πεποιθήσεις που κρύβονται πίσω τους. Δεν αρκεί να σταματήσει μια συνήθεια. Χρειάζεται να κατανοήσει γιατί τη θεωρεί απαραίτητη και τι φοβάται ότι θα συμβεί αν δεν την εφαρμόσει.
Στόχος δεν είναι να εγκαταλείψει κάθε λογική προφύλαξη, αλλά να ξεχωρίσει την πραγματική προστασία από εκείνη που υπαγορεύεται κυρίως από τον φόβο.
Μέσα από εξατομικευμένα συμπεριφορικά πειράματα και ασκήσεις έκθεσης, μπορεί να αντιμετωπίζει σταδιακά καταστάσεις που φοβάται, περιορίζοντας τις περιττές συμπεριφορές ασφαλείας.
Ο Νίκος, για παράδειγμα, θα μπορούσε με θεραπευτική καθοδήγηση να συμμετάσχει σε μια συνάντηση χωρίς να ελέγχει συνεχώς τους παλμούς του. Σκοπός δεν είναι απλώς να μειωθεί το άγχος, αλλά να δοκιμαστεί η πεποίθηση ότι χωρίς τις προφυλάξεις του βρίσκεται σε κίνδυνο.
Η διαδικασία απαιτεί εξατομίκευση, καθώς ακόμη και μια τεχνική αντιμετώπισης του άγχους μπορεί να μετατραπεί σε νέα συμπεριφορά ασφαλείας, αν θεωρηθεί απαραίτητη για την αποτροπή μιας καταστροφής.
Η θεραπεία δεν πρέπει να συγχέει τις δυσλειτουργικές προφυλάξεις με πραγματικές ιατρικές ανάγκες. Η συνταγογραφημένη φαρμακευτική αγωγή, ειδικότερα, δεν πρέπει να τροποποιείται ή να διακόπτεται χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Η ασφάλεια δεν βρίσκεται πάντοτε εκεί όπου την αναζητούμε
Ας επιστρέψουμε για τελευταία φορά στον Νίκο. Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του κρίση πανικού, η ζωή του εξακολουθεί να καθορίζεται από όσα φοβάται.
Ίσως, όμως, το σημαντικότερο βήμα του να μην είναι να αποχωριστεί το νερό ή το smartwatch του, αλλά να αρχίσει να εμπιστεύεται ξανά τις δυνατότητές του. Να παρακολουθήσει μια σχολική εκδήλωση του παιδιού του και να απολαύσει μια οικογενειακή έξοδο χωρίς να έχει σχεδιάσει από πριν κάθε πιθανό τρόπο διαφυγής.
Αυτή η προσκόλληση σε κανόνες που κάποτε έμοιαζαν απαραίτητοι θυμίζει μια σκηνή από τον Μικρό Πρίγκιπα (1943) του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (1900–1944).
Στον πέμπτο πλανήτη του ταξιδιού του, τον αστεροειδή 329, ο μικρός ήρωας συναντά έναν φανοκόρο που ανάβει και σβήνει αδιάκοπα το φανάρι του, υπακούοντας σε μια εντολή που, καθώς οι συνθήκες άλλαξαν, δεν του αφήνει πλέον ούτε χρόνο να ξεκουραστεί.
Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν τον περιγελά· αντίθετα, τον αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αναγνωρίζοντας την αφοσίωσή του. Ίσως αυτή η στάση να έχει ιδιαίτερη αξία και για τον άνθρωπο με Διαταραχή Πανικού, που μπορεί να εγκλωβίζεται σε συμπεριφορές ασφαλείας και αποφυγές, ακολουθώντας άκαμπτους προσωπικούς κανόνες, όπως το να μην απομακρύνεται από κάπου αν δεν γνωρίζει πού βρίσκεται η πλησιέστερη έξοδος.
Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί αναζητά προστασία. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι συμπεριφορές εξακολουθούν να τον βοηθούν ή αν, όπως η εντολή του φανοκόρου, έχουν αρχίσει να του στερούν τη ζωή που προσπαθεί να προστατεύσει.
Γιατί ο στόχος της θεραπείας δεν είναι να ζούμε χωρίς καμία προφύλαξη. Είναι να μη χρειαζόμαστε διαρκώς μια προφύλαξη για να αισθανθούμε ικανοί να ζήσουμε.









