Αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στον Δήμο Θέρμου με αφορμή την τοποθέτηση αναβατορίου για άτομα με ειδικές ανάγκες στις παραδοσιακές βρύσες της πλατείας στην Άνω Χρυσοβίτσα.
Από τη μία πλευρά, πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική και κοινωνικά ευαίσθητη παρέμβαση. Η ισότιμη πρόσβαση στον δημόσιο χώρο και η αξιοπρεπής συμμετοχή όλων στην κοινωνική ζωή δεν είναι πολυτέλεια, αλλά υποχρέωση της αυτοδιοίκησης. Και σε αυτό το σημείο, το επιχείρημα του δημάρχου είναι απολύτως ορθό και δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.
Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται στο έργο. Βρίσκεται στη φράση.
Στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την επιλογή της δημοτικής αρχής, ο κ. Κωνσταντάρας κατέληξε στο σχόλιο:
«Ο Δήμος Θέρμου δεν θα γίνει Ιράν, κύριοι».
Μια φράση που μπορεί να κερδίζει πρόσκαιρα εντυπώσεις, αλλά ανοίγει περισσότερα μέτωπα απ’ όσα κλείνει. Γιατί τι ακριβώς θέλει να πει ο δήμαρχος; Ότι όσοι διαφωνούν με το έργο έχουν σκοταδιστικές αντιλήψεις; Ότι η κριτική ταυτίζεται με κοινωνική οπισθοδρόμηση; Και γιατί αυτό πρέπει να εκφραστεί μέσα από τον χαρακτηρισμό ενός ολόκληρου λαού;
Την ώρα που ο ιρανικός λαός βιώνει εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, με πόλεμο, καταπίεση και ανθρωπιστικά προβλήματα, δεν είναι ούτε πολιτικά κομψό ούτε ηθικά αναγκαίο ο οποιοσδήποτε να υπερασπίζεται τη θέση του μέσω συγκρίσεων που προσβάλλουν τρίτους.
Η υπεράσπιση της προσβασιμότητας και των δικαιωμάτων των ΑμεΑ δεν χρειάζεται υπαινιγμούς, φόβητρα ή γεωπολιτικές αναφορές. Στέκεται από μόνη της. Και ίσως αυτό είναι το βασικό πολιτικό συμπέρασμα: ένα σωστό έργο δεν ενισχύεται με υπερβολές· αντίθετα, κινδυνεύει να σκιαστεί.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν ο Δήμος Θέρμου «θα γίνει Ιράν».
Το ερώτημα είναι κανείς να υπερασπίζεται τις σωστές επιλογές του χωρίς να χάνει το μέτρο!













