Στα 1120,5 ευρώ φτάνει το κόστος της επιχείρησης για κάθε χαμηλόμισθο μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου ενώ για τον εργαζόμενο, ο καθαρός μισθός ανέρχεται στα 771,7 ευρώ αφού αφαιρεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές (123 ευρώ) και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών(25,3 ευρώ)
Η αύξηση κατά 4,55%, δηλαδή κατά 40 ευρώ το μήνα, είναι μεν εντός του εύρους που πρότειναν οι κοινωνικοί εταίροι αλλά δε θεωρείται και γενναιόδωρη σε σχέση με τον πληθωρισμό και την ακρίβεια που επηρεάζει τα καύσιμα και τις τιμές των προϊόντων . Σύμφωνα με την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, η αύξηση από το 2019 ανέρχεται σε 41,54% με συνέπεια να καταλαμβάνουμε τη 12η θέση σε σχέση με τις 27 χώρες της ΕΕ όσον αφορά τον κατώτατο μισθό.
Με μία τριετία ο μισθός ανέρχεται στα 1012 ευρώ, με δύο στα 1104 και με τρεις στα 1196 ευρώ ενώ επιπλέον κατά 10% αυξάνεται ο μισθός με το επίδομα γάμου.


Παράλληλα λόγω της νέας φορολογικής κλίμακας που ισχύει από 1/1/2026, τα καθαρά ποσά παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά ηλικία. Οι νέοι έως 25 ετών είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι, καθώς με τον μηδενισμό του φόρου για εισοδήματα έως 20.000€, ο καθαρός τους μισθός θα αγγίζει τα 792,40 ευρώ. Για τους μισθωτούς άνω των 30 ετών χωρίς τέκνα, ο καθαρός μισθός διαμορφώνεται στα 772 ευρώ, προσφέροντας μια ουσιαστική ανάσα στην αγοραστική τους δύναμη.

Επιπλέον ο βασικός μισθός θα επηρεάσει και τον μέσο μισθό ο οποίος έχει ανέλθει για τη πλήρη απασχόληση στα 1516 ευρώ.
Ο νέος κατώτατος μισθός δε θα εφαρμοστεί μόνο στους περίπου 700.000 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα αλλά και σε 770.000 υπαλλήλους του δημοσίου.
Σύμφωνα με το νόμο ο εισαγωγικός βασικός μισθός στο Δημόσιο (κατηγορία Υ.Ε.) δεν επιτρέπεται πλέον να υπολείπεται του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η αύξηση που αναμένεται να ανέλθει στα 50 ευρώ θα μεταφερθεί αυτόματα και οριζόντια σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια του Δημοσίου. Οι αποδοχές διαμορφώνονται ανάλογα με την εκπαιδευτική βαθμίδα (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ), την προϋπηρεσία, τα τέκνα και τη θέση ευθύνης, με ενδεικτικό καθαρό μισθό για ΔΕ υπάλληλο 20ετίας περίπου 950.
Για παράδειγμα ένα υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με 30 χρόνια υπηρεσίας που λαμβάνει 1310 ευρώ από τον Απρίλιο θα αμείβεται με 1.360 ενώ ο υπάλληλος τεχνολογικής εκπαίδευσης με τα ίδια χρόνια που λαμβάνει 1.907 ευρώ μηνιαίως θα λάβει 1.957.

Την ίδια ώρα στον ιδιωτικό τομέα εκτός από τον κατώτατο μισθό, το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Στόχος της κυβέρνησης είναι να καλυφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων από συμβάσεις ώστε να αυξηθεί ο μέσος μισθός στα 1500 ευρώ το 2027. Η αίσθηση που επικρατεί στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με παράγοντες της οικονομίας, είναι ότι «κάτι κινείται» καθώς οι κλαδικές συμβάσεις που υπογράφηκαν τον τελευταίο χρόνο προβλέπουν σε γενικές γραμμές ετήσιες αυξήσεις στους μισθούς 5%-6% ενώ σε ορισμένες οι αυξήσεις φτάνουν και το 8%. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι αυξήσεις στην καπνοβιομηχανία φτάνουν έως 15% τη διετία
Το δώρο Πάσχα
Ωστόσο επειδή φέτος το Πάσχα πέφτει νωρίς οι περίπου 700.000 αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό, δε θα προλάβουν να λάβουν δώρο Πάσχα ενισχυμένο με βάση το νέο μισθό καθώς σύμφωνα με το νόμο το δώρο φέτος υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που έχει ο μισθωτός στις 28 Μαρτίου, δηλαδή πριν από την εφαρμογή του νέου μισθού. Έτσι, το δώρο που πρέπει να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου, θα ανέρχεται στα 458,33€ για τον νεοπροσλαμβανόμενο, στα 504,17€ για τον μισθωτό με μία τριετία, στα 550,00€ για τις δύο τριετίες και στα 595,83€ για τις τρεις τριετίες.
Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννη Καρούζο , η αύξηση του κατώτατου μισθού από 1.4.2026 δεν θα αποτελέσει βάση υπολογισμού του Δώρου Πάσχα.
Αυτό προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ε.Δ. (Κώδικα Εργατικού Δικαίου). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 142 Κ.Ε.Δ., το επίδομα εορτών Πάσχα αφορά το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου, ενώ καταβάλλεται τη Μεγάλη Τετάρτη. Παράλληλα, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 Κ.Ε.Δ., το Δώρο Πάσχα υπολογίζεται βάσει των πράγματι καταβαλλόμενων τακτικών αποδοχών την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα ή κατά την ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης. Ως καταβαλλόμενος μισθός νοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών. Οι διατάξεις αυτές είναι εκείνες που καθορίζουν το κρίσιμο χρονικό σημείο για τη βάση υπολογισμού του Δώρου.
Εφόσον η Κυριακή του Πάσχα 2026 πέφτει στις 12 Απριλίου 2026, η κρίσιμη ημερομηνία του άρθρου 145 Κ.Ε.Δ. είναι η 28η Μαρτίου 2026, δηλαδή χρονικό σημείο προγενέστερο της έναρξης ισχύος του νέου κατώτατου μισθού την 1η Απριλίου 2026. Συνεπώς, για τους εργαζομένους που αμείβονται με τον νόμιμο κατώτατο, η βάση υπολογισμού του Δώρου Πάσχα 2026 παραμένει ο παλαιός κατώτατος μισθός και όχι ο αυξημένος που θα ισχύσει λίγες ημέρες αργότερα.
Πρέπει, ωστόσο, να προστεθεί και μία ακόμη κρίσιμη παρατήρηση. Κατά το άρθρο 142 παρ. 2 Κ.Ε.Δ., ο εργοδότης δύναται να παρακρατήσει το ποσό του επιδόματος που αντιστοιχεί μέχρι την 30ή Απριλίου, υπό τον όρο ότι δεν θα το καταβάλει μετά από την ημερομηνία αυτή. Αυτό σημαίνει ότι κατά την καταβολή του Δώρου τη Μεγάλη Τετάρτη μπορεί να μην καταβληθεί ολόκληρο το ποσό που αναλογεί έως 30 Απριλίου, αλλά να παρακρατηθεί το μέρος που αντιστοιχεί στο διάστημα από τη Μεγάλη Τετάρτη έως 30 Απριλίου, για να εξοφληθεί αργότερα, πάντως όχι μετά την 30ή Απριλίου.
Εν προκειμένω, ανακύπτει ένα πρακτικό παράδοξο, καθώς είναι δυνατόν ο εργοδότης να καταβάλει, μετά την 1η Απριλίου 2026, μέρος του Δώρου Πάσχα που εξακολουθεί να έχει υπολογιστεί με βάση τον παλαιό κατώτατο μισθό, παρότι στο μεταξύ θα έχει ήδη τεθεί σε ισχύ ο νέος κατώτατος μισθός.
Με απλά λόγια, η αύξηση του κατώτατου μισθού από 1.4.2026 επηρεάζει τις αποδοχές των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο για το διάστημα από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, όχι όμως το Δώρο Πάσχα 2026, του οποίου η βάση υπολογισμού αφορά σε προγενέστερο χρόνο.
Τα επιδόματα
Παράλληλα, η νέα αναπροσαρμογή συμπαρασύρει μια μακρά λίστα από 20 επιδόματα και βοηθήματα. Το επίδομα ανεργίας αυξάνεται στα 565 ευρώ, ενώ αντίστοιχες αυξήσεις θα δουν οι δικαιούχοι της ειδικής παροχής μητρότητας, του επιδόματος γονικής αδείας και των εποχικών βοηθημάτων για οικοδόμους, καλλιτέχνες και εργαζόμενους στον τουρισμό. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναπροσαρμογή του επιδόματος γάμου, το οποίο υπολογίζεται ως το 10% του βασικού μισθού (92 ευρώ), καθώς και των αποζημιώσεων για προγράμματα απασχόλησης και πρακτικής άσκησης.
















