Μια μελέτη με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Surrey και δημοσιευμένη στο The American Journal of Clinical Nutrition αναλύει τη σχέση μεταξύ επιπέδων βιταμίνης D και του ποσοστού νοσηλείας για λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από 36.258 συμμετέχοντες της βρετανικής βάσης δεδομένων UK Biobank για να ερευνήσουν τη συσχέτιση μεταξύ μετρήσεων βιταμίνης D στον ορό και καταγραφών νοσηλείας λόγω λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού, όπως βρογχίτιδα και πνευμονία. Στην εισαγωγή της ανάλυσης επισημαίνεται ότι οι λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού κατατάσσονται μεταξύ των 20 κορυφαίων αιτιών θνησιμότητας παγκοσμίως για άτομα ηλικίας 50-74 ετών και στις δέκα κορυφαίες για όσους είναι 75 ετών και άνω, στοιχείο που θέτει το υπόβαθρο δημόσιας υγείας για την έρευνα.
Στην ποσοτική εκτίμηση των δεδομένων η ομάδα εργασίας διαπίστωσε ότι οι συμμετέχοντες με σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D, ορισμένη στη μελέτη ως κάτω των 15 nnmol/L, παρουσίαζαν 33% περισσότερες πιθανότητες νοσηλείας για λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος σε σύγκριση με όσους είχαν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D, οριζόμενα ως τουλάχιστον 75 nmol/L. Παράλληλα, η ανάλυση έδειξε ότι για κάθε αύξηση της βιταμίνης D κατά 10 nmol/L το ποσοστό νοσηλείας για λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος μειώθηκε κατά 4%. Στο κείμενο της μελέτης περιγράφονται οι στατιστικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο πιθανών συγχυτών παραγόντων, περιλαμβανομένων δημογραφικών δεδομένων, συνοσηρότητας και παραγόντων τρόπου ζωής, χωρίς όμως στο δημοσίευμα να παρατίθενται εδώ οι αναλυτικές τιμές p και τα διαστήματα εμπιστοσύνης σε κάθε σύγκριση.
Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν τη σημασία της κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε βιταμίνη D και της λήψης συμπληρωμάτων ως μέτρα που ενδέχεται να συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου νοσηλείας για λοιμώξεις του αναπνευστικού. Στη συζήτηση του άρθρου αναφέρονται επίσης η βιολογική λειτουργία της βιταμίνης D στην ανοσολογική απάντηση και αναγνώριση της ανάγκης περαιτέρω επιβεβαίωσης μέσω τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών για την εκτίμηση αιτιώδους σχέσης και την καθοδήγηση κλινικών πρωτοκόλλων.













