Πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο ύψους περίπου 750 εκατ. ευρώ, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πρόσθετες ελαφρύνσεις το 2026, δημιουργεί η εφαρμογή της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.
Σημειώνεται ότι με βάση το ΥΠΕΘΟ μετά τη φορολογική μεταρρύθμιση για τους μισθωτούς και τις οικογένειες με παιδία και τις επιμέρους εισοδηματικές ενισχύσεις που εξαγγέλθηκαν στην τελευταία ΔΕΘ ο «ωφέλιμος» δημοσιονομικός χώρος για νέα μέτρα είχε εξαντληθεί για την τριετία 2024 – 2026 και πλέον τα όποια νέα μέτρα ελάφρυνσης θα ανακοινώνονταν στη φετινή ΔΕΘ με ορίζοντα εφαρμογής το 2027.
Από φέτος
Ωστόσο η έκθεση του ΓΠΒ αποκαλύπτει ότι μετά και την εφαρμογή της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες προκύπτει ένας επιπλέον χώρος που φτάνει το 0,3% του ΑΕΠ που μπορεί να διατεθεί για νέες ελαφρύνσεις από φέτος Το γεγονός αυτό δίνει την ευκαιρία η κυβέρνηση να μπορεί να ανακοινώσει ένα πρόσθετο πακέτο μέτρων τον Απρίλιο, όταν θα οριστικοποιηθούν τα δημοσιονομικά στοιχεία του 2025. Αυτό έγινε το 2025 όταν κοντά στο Πάσχα ανακοινώθηκαν η επιστροφή ενός ενοικίου σε 950.000 νοικοκυριά και το μόνιμο επίδομα των 250 ευρώ σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών . Στη συνέχεια θα έρθει η ΔΕΘ , όπου και θα ανακοινωθεί το βασικό πακέτο μέτρων, το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες, θα αφορά μειώσεις φόρων κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ασφαλιστικών εισφορών.
Εντός ορίων
Η έκθεση τονίζει ότι σύμφωνα τον Κρατικό Προϋπολογισμό 2026, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 4,4% το 2025 και 5,7% το 2026. Συνεπώς, η σωρευτική αύξηση κατά τα έτη 2024-2026 ευθυγραμμίζεται με τη σύσταση του Συμβουλίου για σωρευτική αύξηση 9,9%. Παρότι η πρόβλεψη για τη φετινή χρονιά ξεπερνά την ετήσια οροφή, η σωρευτική εξέλιξη την τριετία 2024-2026 παραμένει συμβατή, επειδή το 2024 καταγράφηκε μείωση καθαρών δαπανών κατά 0,2% και ο Λογαριασμός Ελέγχου, μετά την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, δείχνει αρνητικό σωρευτικό υπόλοιπο περίπου -0,3% του ΑΕΠ το 2026, δηλαδή κάτω από το ανώτατο όριο.
Ο «Λογαριασμός Ελέγχου» συγκρίνει σε ετήσια βάση τις πραγματικές καθαρές πρωτογενείς δαπάνες με τη συμφωνηθείσα πορεία. Εάν διαπιστωθούν αποκλίσεις που ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο (περίπου 0,3% του ΑΕΠ σε οποιοδήποτε έτος ή 0,6% του ΑΕΠ σωρευτικά) και δεν δικαιολογούνται από έκτακτες περιστάσεις (π.χ. σοβαρή κρίση), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να κινήσει διορθωτική διαδικασία.
Εξηγώντας την έννοια του δημοσιονομικού χώρου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ελαφρύνσεις η έκθεση τονίζει ότι σε αντίθεση με το προηγούμενο δημοσιονομικό πλαίσιο, στο νέο πλαίσιο η υπέρβαση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν ανοίγει τον δρόμο για πρόσθετες δαπάνες (π.χ. μειώσεις φόρων ή αυξήσεις δαπανών), διότι αυτό θα αποτελούσε παραβίαση της δημοσιονομικής πορείας που έχει συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συγκεκριμένη υπεραπόδοση μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μείωση του δημόσιου χρέους και για τη δημιουργία δημοσιονομικών «μαξιλαριών» που θα συμβάλουν στη στήριξη των δημόσιων δαπανών σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης, όπως υπογραμμίζεται στο αναλυτικό σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Μόνιμα μέτρα
Με βάση τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος μπορεί να δημιουργηθεί μέσω μόνιμων μέτρων στο σκέλος των εσόδων. Ειδικότερα, η υλοποίηση ενεργητικών μέτρων πολιτικής στο σκέλος των εσόδων (DRMs) που διασφαλίζουν αύξηση εσόδων σε μόνιμη βάση (π.χ. διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλαγή φορολογικών συντελεστών κ.λπ.) επιτρέπει την αναθεώρηση της πορείας των καθαρών δαπανών ώστε να νομοθετηθούν μόνιμες φοροελαφρύνσεις ή πρόσθετες δημόσιες δαπάνες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής αυτού του κανόνα αποτελούν τα υψηλότερα μόνιμου χαρακτήρα φορολογικά έσοδα (από τη μείωση της φοροδιαφυγής) τα οποία δημιούργησαν τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο ώστε να αναθεωρηθεί η πορεία των καθαρών δαπανών της χώρας μας και να νομοθετηθούν οι μόνιμες φοροελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο.
«Κλειδί» οι πρωτογενείς δαπάνες
Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες, που αποτελούν τον όρο-«κλειδί» των νέων δημοσιονομικών κανόνων, περιλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δημόσιων δαπανών (για μισθούς, αγαθά και υπηρεσίες, επενδύσεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις), αλλά εξαιρούνται:
* οι πληρωμές τόκων για το χρέος,
* οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από την Ε.Ε. (π.χ. επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας),
* οι δαπάνες που συγχρηματοδοτούνται από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους (π.χ. Ταμεία Συνοχής ή Περιφερειακής Ανάπτυξης),
* τα εφάπαξ, προσωρινά μέτρα και οι δαπάνες για την κυκλική ανεργία.
Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες προσαρμόζονται ανάλογα με τα ενεργητικά φορολογικά μέτρα: οι μειώσεις φόρων αντιμετωπίζονται ως επιπλέον δαπάνες και οι αυξήσεις φόρων ως εξοικονομήσεις.









