To σπίτι του στη Νίκαια, όπου εντοπίστηκε και συνελήφθη από την Ελληνική Αστυνομία, ήταν το στρατηγείο για τη δράση του σε όλο τον κόσμο, όπου είχε απλώσει τα διαδικτυακά πλοκάμια του.
O 39χρονος χάκερ με το ψευδώνυμο Venom -εμπνευσμένο από τον εξωγήινο ήρωα της Marvel Comics που ήθελε να εισβάλει στη Γη- θησαύριζε, τα τελευταία χρόνια, από τη διακίνηση κακόβουλων λογισμικών μέσω ενός δικτύου ιστοσελίδων όπου πουλούσε τα προγράμματά του για παρακολούθηση συσκευών από απόσταση.
Πληροφορίες
Οι αρχικές πληροφορίες έφτασαν στην Ελληνική Αστυνομία από τις Αρχές της Αυστραλίας, που είχαν πραγματοποιήσει την επιχείρηση με την ονομασία «Splinter» σε συνεργασία με τη Europol από το 2019 με στόχο τη διακοπή του σχεδιασμού και της ανάπτυξης κακόβουλων λογισμικών τύπου RAT (Remote Access Trojan), τα οποία λειτουργούν παρέχοντας απομακρυσμένη πρόσβαση και έλεγχο σε μια μολυσμένη συσκευή. Από την έρευνα των Αυστραλών προέκυψε η εμπλοκή του διαδικτυακού χρήστη με το ψευδώνυμο Venom, ο οποίος τον Απρίλιο του 2020 προωθούσε σε συγκεκριμένα haking forums κακόβουλο λογισμικό τύπου RAT, το οποίο είχε σχεδιάσει και αναπτύξει ο ίδιος. Τα στοιχεία που προέκυψαν είχαν τεθεί τότε υπ’ όψιν της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία έδωσε εντολή να ξεκινήσει προκαταρκτική έρευνα και στη χώρα μας.
Δύο χρόνια αργότερα, αποδείχθηκε ότι ο χάκερ από τη Νίκαια βρισκόταν παράλληλα στα ραντάρ του αμερικανικού FBI. Σύμφωνα με πληροφορίες από το διαβιβαστικό της Αστυνομίας που φέρνει στο φως ο Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής, οι Αμερικανοί πράκτορες έστειλαν τα στοιχεία στην ΕΛ.ΑΣ. για να βοηθήσουν τη δική της έρευνα. «Τον Ιανουάριο του 2024 περιήλθαν στην υπηρεσία μας πρόσθετες πληροφορίες από τις Αρχές των ΗΠΑ, με την έγκριση να χρησιμοποιηθούν στη δικαστική διαδικασία στη χώρα μας», αναφέρεται χαρακτηριστικά
Ικανότητες
Τον Νοέμβριο του 2023 το λογισμικό του 39χρονου φαινόταν να πωλείται σε διαδικτυακούς πελάτες έως και 1.500 δολάρια για χρήση 12 μηνών. Πρωταρχικός στόχος του προγράμματος ήταν η κλοπή πληροφοριών, ενώ μπορούσε να διεισδύσει σε αρχεία διάφορων μορφών από την επιφάνεια εργασίας. Επίσης, μπορούσε να παραβιάζει πορτοφόλια κρυπτονομισμάτων, ακόμα και να καταγράφει χτυπήματα πλήκτρων, αλλά και να χρησιμοποιεί απομακρυσμένη κάμερα web για την καταγραφή βίντεο μέσω ενσωματωμένων καμερών.
Το FBI εμφανίστηκε ως πελάτης, αγόρασε και ανέλυσε το κακόβουλο λογισμικό ζητώντας στη συνέχεια από την Google συγκεκριμένα στοιχεία για τις ιστοσελίδες και τα e-mails του χάκερ. Από την έρευνα εντοπίστηκε ψηφιακό πορτοφόλι με κρυπτονομίσματα αξίας περίπου 140.000 δολαρίων. Αλλά και από τη φυσική έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας στον υπολογιστή του κατηγορουμένου εντοπίστηκε πλήθος συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα και διαδικτυακά καταστήματα για αγορά άδειας χρήσης του λογισμικού παρακολούθησης με δεκάδες πελάτες.
Ο χάκερ, σύμφωνα με το διαβιβαστικό, είχε στήσει την ίδια ώρα και ολόκληρο μηχανισμό ξεπλύματος χρήματος για τα έσοδα που του απέφεραν οι διαδικτυακές πωλήσεις. Σύμφωνα με το διαβιβαστικό, προέκυψε ότι «προβαίνει σε πράξεις νομιμοποίησης εσόδων κατ’ επάγγελμα με σκοπό να αποκομίζει χρήματα σε μορφή κρυπτονομισμάτων, τα οποία λαμβάνονται σε ανταλλακτήρια που δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν η προέλευσή τους και ο κάτοχος του πορτοφολιού».
Τα κρυπτονομίσματα, στη συνέχεια, ο δράστης τα μετέτρεπε σε ευρώ και τα διακινούσε σε πλήθος τραπεζικών λογαριασμών που ανήκουν στον ίδιο και τη σύζυγό του, με σκοπό να τους προσδώσει νομιμοφάνεια και να αποκρύψει την αληθινή τους προέλευση.
Η Γαλλία ζητά την έκδοσή του
Ο 39χρονος χάκερ, αλβανικής καταγωγής, που συνελήφθη πριν από τα Χριστούγεννα, είναι ήδη προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, ωστόσο οι ελληνικές Αρχές έλαβαν αίτημα από τη γαλλική Δικαιοσύνη, προκειμένου ο δημιουργός των κακόβουλων λογισμικών με τη διεθνή δράση να εκδοθεί στη Γαλλία για να δικαστεί. Σύμφωνα με πληροφορίες του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής και ο ίδιος επιθυμεί την έκδοσή του ώστε να λύσει πρώτα τις εκκρεμότητές του στο Παρίσι και στη συνέχεια να επιστρέψει για να δικαστεί στην Ελλάδα.
Η σύλληψή του, πάντως, είναι ένας ακόμη κώδων κινδύνου για το πόσο εύκολη είναι η προσβασιμότητα στις κινητές συσκευές ή στους υπολογιστές, ακόμα και από απόσταση, από ψηφιακούς αετονύχηδες, που θησαυρίζουν ξεκλειδώνοντας προσωπικά δεδομένα και ευαίσθητες πληροφορίες.













