Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το αίμα και ξεκίνησε το γνώριμο πανηγύρι. Ένας άνθρωπος 74 ετών χάνει τη ζωή του με τραγικό τρόπο, σε ένα περιστατικό που ακόμα ερευνάται, και πριν καν υπάρξει πόρισμα, πριν ακουστεί μια επίσημη λέξη, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν ήδη εκδώσει… απόφαση. Ένοχος ο γιος. Ένοχος γιατί; Γιατί ήταν εκεί. Γιατί ήταν εργολάβος. Γιατί, προφανώς, κάποιοι πρέπει να καούν στην πυρά για να ικανοποιηθεί η συλλογική μανία.
Η πραγματικότητα –όσο κι αν δεν βολεύει τους “δικαστές του πληκτρολογίου”– είναι πιο απλή και πιο ανθρώπινη: ένας πατέρας πήγε να δει το παιδί του. Πήγε, λένε οι πληροφορίες, να του πάει ένα κολατσιό. Όπως κάνουν οι γονείς από πάντα. Χωρίς πρωτόκολλα, χωρίς “άδειες εισόδου”, χωρίς να φαντάζονται ότι μπορεί να μην επιστρέψουν ποτέ σπίτι.
Και όμως, μέσα σε λίγες ώρες, το αφήγημα στήθηκε: «Δεν έπρεπε να τον αφήσει», «φταίει ο γιος», «αμέλεια». Με τι στοιχεία; Με ποια γνώση; Με ποια ευθύνη; Καμία. Μόνο με τη γνωστή ευκολία του όχλου να δείξει με το δάχτυλο.
Ας κάνουμε μια απλή αναλογία, μπας και προσγειωθούμε: μια μάνα πάει ένα τοστ στο παιδί της στο σχολείο. Αν, ο μη γένοιτο, συμβεί ένα δυστύχημα στο κτίριο, θα πούμε ότι «δεν έπρεπε να πάει»; Θα φορτώσουμε την τραγωδία στη μάνα; Ή θα καταλάβουμε ότι η ζωή δεν λειτουργεί με τα υστερόγραφα της καταστροφής;
Εδώ όμως δεν μιλάμε για λογική. Μιλάμε για τοξικότητα. Για μια κοινωνία που έχει μπερδέψει την ενημέρωση με το κουτσομπολιό και τη δικαιοσύνη με το λιθοβολισμό. Που διψά για ενόχους πριν μάθει τα γεγονότα. Που δεν αντέχει το «δεν ξέρουμε ακόμα».
Ναι, οι αρχές κάνουν τη δουλειά τους. Ναι, υπάρχουν διαδικασίες. Ναι, αν υπάρξει ευθύνη, θα αποδοθεί. Αλλά μέχρι τότε, λίγη σιωπή δεν βλάπτει. Λίγος σεβασμός, λίγη αυτοσυγκράτηση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, πίσω από τα σχόλια και τις “απόψεις”, υπάρχει ένας νεκρός. Και μια οικογένεια που δεν χρειάζεται ούτε τα δάκρυα των αγνώστων ούτε –πολύ περισσότερο– τις καταδίκες τους
- Νανά Θεοδωροπούλου









