Υπάρχει μια εικόνα που επαναλαμβάνεται και προκαλεί εύλογους προβληματισμούς: οι αστυνομικοί κάνουν τη δουλειά τους, εντοπίζουν υπόπτους, προχωρούν σε συλλήψεις και σχηματίζουν δικογραφίες. Από εκεί και πέρα, όμως, η υπόθεση περνά στα χέρια της Δικαιοσύνης.
Και κάπου εδώ αρχίζει η συζήτηση που ακούγεται όλο και πιο έντονα στις τοπικές κοινωνίες: τι μήνυμα περνά όταν οι συλλήψεις γίνονται, αλλά οι τελικές ποινές ή οι μεταγενέστερες αποφάσεις δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην ένταση της ανησυχίας που έχουν προκαλέσει τα περιστατικά;
Για τους αστυνομικούς, η σύλληψη δεν είναι το τέλος της υπόθεσης. Είναι μόνο ένα στάδιο μιας μεγαλύτερης διαδικασίας. Η κοινωνία, όμως, βλέπει κυρίως το αποτέλεσμα: αν κάποιος που έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις Αρχές επιστρέφει γρήγορα στην καθημερινότητα, το αίσθημα ασφάλειας δοκιμάζεται.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να υποκατασταθούν τα δικαστήρια ούτε να ζητούνται αυθαίρετα βαρύτερες ποινές. Είναι να υπάρχει μια συνεκτική και αποτελεσματική αλυσίδα από την αστυνομική έρευνα μέχρι την απονομή της Δικαιοσύνης, ώστε η δουλειά των Αρχών να έχει και το αντίστοιχο πρακτικό αποτέλεσμα.
Γιατί τελικά, όταν η Αστυνομία βρίσκεται καθημερινά στον δρόμο και καλείται να αντιμετωπίσει την παραβατικότητα, το μήνυμα που περιμένει η κοινωνία είναι απλό: όποιος παρανομεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος.









