Δύο εβδομάδες απομένουν περίπου για την «πρεμιέρα» των Πανελλαδικών εξετάσεων για το 2026. Ένα σύστημα που στο πάροδο των ετών έχει αλλάξει πάρα πολλές φορές, δεν έχει, όμως, δεν εκλείψει ποτέ το ερώτημα – κλειδί: «Είναι δίκαιο ένα σύστημα που πιέζει τόσο τους εφήβους; Θα μπορούσαμε (να ζήσουμε) χωρίς τις Πανελλαδικές εξετάσεις;».
Ο Στράτος Στρατηγάκης, μαθηματικός – σύμβουλος σταδιοδρομίας, μελετά το σύστημα των Πανελλαδικών εξετάσεων εδώ και δεκαετίες. Κάθε χρόνο «ζυγίζει» μόρια και βάσεις, ενώ ταυτόχρονα είναι σε άμεση επαφή με υποψηφίους, καθηγητές, αλλά και γονείς.
«Ένα σύστημα αδιάβλητο, όχι όμως και δίκαιο»
«Οι Πανελλαδικές είναι ένα σύστημα που είναι αδιάβλητο. Στην Ελλάδα δεν έχουμε πάρα πολλά πράγματα που είναι αδιάβλητα. Γι’ αυτό το λόγο απολαμβάνει την εκτίμηση γονέων και υποψηφίων. Διότι πηγαίνοντας στις Πανελλαδικές δεν φοβούνται ότι κάποιος άλλος θα τους φάει τη θέση από το παράθυρο» εξηγεί ο κ. Στρατηγάκης, μιλώντας στο Orange Press Agency.
Όπως λέει όμως «το ότι είναι αδιάβλητο δεν σημαίνει ότι είναι και δίκαιο. Το σύστημα δεν είναι δίκαιο για πάρα πολλούς λόγους». Ένας από αυτούς, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι «ότι τα παιδιά που διαλέγονται σε διαφορετικά μαθήματα κρίνονται ως προς το ποιος έγραψε καλύτερα απ’ όλα. […] Στα παιδαγωγικά αλλά και στα ΤΕΦΑΑ, αυτά ανήκουν σε περισσότερο από ένα πεδίο. Είναι κοινά τμήματα. Ένα παιδί από το 1ο πεδίο θα εξεταστεί σε αρχαία, ιστορία και λατινικά, ενώ ένα παιδί από το 2ο πεδίο για την ίδια σχολή που εξετάζεται σε μαθηματικά, φυσική, χημεία. Μετά θα κρίνουν ποιος έγραψε καλύτερα. Μα δεν γίνεται να κρίνεις κάποιον που έγραψε αρχαία και να τον συγκρίνει με κάποιον που έγραψε μαθηματικά. Αυτό είναι τελείως παράλογο».
Σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη, πριν από 10 χρόνια οι κοινές σχολές αποτελούσαν το 27% των τμημάτων και σήμερα φτάνουν το 45%. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν στα μισά τμήματα διεκδικούν θέσεις που εξετάζονται σε διαφορετικά μαθήματα. «Αυτό είναι ο ορισμός της αδικίας και τινάζει στον αέρα όλο το σύστημα» σχολιάζει.
Μήπως είναι «μονόδρομος» οι Πανελλαδικές;
«Λένε πολλοί ότι το να κρίνεσαι με τέσσερα διαγωνίσματα δεν είναι σωστό γιατί είναι τέσσερις φωτογραφίες της στιγμής. Μπορεί λοιπόν ένα παιδί σε κάποια από αυτές τις φωτογραφίες να μην τα καταφέρει. Είναι πάρα πολύ λογικό το επιχείρημα» τονίζει.
Γιατί όμως δεν μετρούν οι βαθμοί του σχολείου; Ο κ. Στρατηγάκης απαντά:
«Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται τους καθηγητές ότι θα βαθμολογήσουν αντικειμενικά. Αυτό το έχει δεχθεί και η ελληνική πολιτεία, διότι κάθε φορά που μέτραγαν οι προφορικοί βαθμοί υπήρχε η προσαρμογή του προφορικού βαθμού στο γραπτό. Αυτή η δικλείδα συνιστούσε την ομολογία ότι δεν τους εμπιστεύονται. Επιπλέον, οι αρκετοί γονείς δεν ανέχονται τα παιδιά τους να έχουν χαμηλή βαθμολογία και έτσι έχουν φασαρίες στα σχολεία, μπουκάρουν στα γραφεία καθηγητών και κάνουν επεισόδια. Ενώ θα έπρεπε, αν ήμασταν μια κανονική χώρα, να μετρήσουν οι βαθμοί του Λυκείου, όλα αυτά μας κάνουν να βγουν το συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να μετρήσουν. […] Όλο αυτό γίνεται γιατί η κοινωνία μας δεν είναι ώριμη, δεν έχει εμπιστοσύνη. Η καχυποψία κυριαρχεί. Πολλές φορές οι γονείς δεν αποδέχονται τους βαθμούς και αυτό περνάει στο παιδί, που γίνεται βαθμοθήρας»
Η κοινωνική πίεση: 7 στους 10 περνάνε, αλλά ο φόβος παραμένει
«Τα παιδιά νιώθουν μια πίεση στη διάρκεια των πανελλαδικών, όχι γιατί οι εξετάσεις καθαυτές είναι τόσο δύσκολες. Το ποσοστό επιτυχίας είναι 65-70%. Άρα περίπου 7 στους 10 περνάνε» εξηγεί ο Στράτος Στρατηγάκης.
Για εκείνον, είναι πολύ πιο «σκληρό» το σύστημα για τα Πρότυπα σχολεία:
«Πιο δύσκολες είναι οι εξετάσεις στην έκτη δημοτικού για τα Πρότυπα σχολεία, όπου το ποσοστό επιτυχίας είναι γύρω στο 15-20%. Και τα παιδιά είναι πάρα πολύ μικρά για να διαχειριστούν μια τέτοια αποτυχία. Πώς μπορείς σε ένα παιδί στο δημοτικό να του πεις ‘καλός είσαι αλλά δεν έφταναν οι θέσεις’; Δεν γίνεται».
«Ακούς γονείς να λένε ‘σήμερα δίνουμε Μαθηματικά’, έχουν συνδέσει τις Πανελλαδικές με την κοινωνική καταξίωση»
Η κακή διαχείριση, πολλές φορές, ξεκινά από την ίδια την κοινωνία ή το σπίτι του υποψηφίου. «Στις Πανελλαδικές η πίεση δεν είναι τόσο μεγάλη αντικειμενικά ως προς τις θέσεις. Η πίεση είναι από την κοινωνία, από τις οικογένειες, από γνωστούς και φίλους. συνδέει την επιτυχία με την κοινωνική καταξίωση, κάτι που είναι πολύ μεγάλο λάθος» λέει ο κ. Στρατηγάκης.
Σε εκείνο το σημείο σχολιάζει το φαινόμενο με τον πρώτο πληθυντικό που ακούγεται συχνά από γονείς:
«Πάρα πολλές οικογένειες λένε ‘σήμερα δίνουμε μαθηματικά’. Δεν δίνουμε μαθηματικά. Το παιδί δίνει. Οι γονείς απλά συμπαραστέκονται. έχουμε το παράδοξο να έχουμε 60.000 θέσεις και να εισάγουμε 180.000, διότι εισάγεται ο υποψήφιος και οι δύο γονείς του. Τρία άτομα που καταλαμβάνουν την κάθε θέση».
Γιατί η Ελλάδα «διψά» για γιατρούς και δικηγόρους
Αναλύοντας τις ιστορικές ρίζες της πίεσης, ο κ. Στρατηγάκης εξηγεί ότι υπάρχουν και οικονομικοί παράγοντες για τη «μυθική» αξία που έχουν λάβει οι Πανελλαδικές και η είσοδος στο ΑΕΙ της χώρας:
«Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ βαριά βιομηχανία. Οι τεχνικοί που χρειάζονταν ήταν λίγοι, δεν είχαν υψηλές αποδοχές και δεν τύγχαναν κοινωνικής αναγνώρισης. Έτσι οι γονείς έστρεφαν τα παιδιά προς τις πανεπιστημιακές σπουδές. Εδώ και πάνω από 60 χρόνια υπάρχει η λογική του γιατρού, του μηχανικού και του δικηγόρου, η οποία δυστυχώς καταστρέφει την ελληνική κοινωνία. Περισσότερη πίεση δημιουργεί το περιβάλλον παρά αυτές καθαυτές οι Πανελλαδικές. Τις έχουμε φορτώσει με πράγματα που δεν θα αξίζουν να έχουν».
Όσο για τη διεθνή πραγματικότητα; «Σε όλες τις χώρες τα παιδιά δέχονται εξωτερική αξιολόγηση για το απολυτήριο. Είτε με εθνικές εξετάσεις, είτε σε επίπεδο περιφέρειας. Και εκεί δεν γίνεται αυτός ο πανικός που γίνεται εδώ, γιατί δεν υπάρχουν αυτές οι κοινωνικές συνθήκες» υπογραμμίζει.
«Είναι ΟΚ να μη σπουδάσεις»
Και τι θα απογίνουμε χωρίς τις Πανελλαδικές και τα ΑΕΙ; «Ένα παιδί πρέπει να αποφασίσει το ίδιο κατά πόσο θέλει να δώσει πανελλαδικές και κατά πόσο θέλει να σπουδάσει. Δεν είναι απαραίτητο να σπουδάσουν όλοι. Δεν πρέπει να οδηγούμε τα παιδιά στις πανελλαδικές δεν θέλουν. Υπάρχουν παιδιά που δεν επιθυμούν να σπουδάσουν ή παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Τα παιδιά με δυσλεξία έχουν πρόβλημα με τις λέξεις, μπορεί να μη θέλουν τις σπουδές. Άλλα παιδιά θέλουν δουλειές που γίνονται με τα χέρια, είναι πρακτικοί τύποι. Όλοι αυτοί δεν χρειάζεται να σπρώχνονται από τη βία στις πανελλαδικές εξετάσεις. Είναι ΟΚ και να μην σπουδάσεις και να μην πας στα ΑΕΙ» λέει κλείνοντας ο Στράτος Στρατηγάκης.









