Ιδιαίτερα βαρύ μπορεί να αποδειχθεί το φορολογικό κόστος μιας ρευστοποίησης κρυπτονομισμάτων όταν ο φορολογούμενος δεν είναι σε θέση να αποδείξει με επαρκή στοιχεία την προέλευση των χρημάτων και να συνδέσει την τραπεζική πίστωση με συγκεκριμένη συναλλαγή σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.
Δύο αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, η υπ’ αριθμόν 851/2026 και η υπ’ αριθμόν 1170/2026 της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης, αναδεικνύουν το ζήτημα. Κοινός παρονομαστής και των δύο αποφάσεων είναι ότι, όταν η προέλευση μιας πίστωσης δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, μπορεί να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις περί προσαύξησης περιουσίας από άγνωστη ή αδικαιολόγητη πηγή ή αιτία και στη συναλλαγή ολόκληρη να επιβληθεί ο ειδικός φορολογικός συντελεστής του 33%.
Στο… δόκανο
* Η περίπτωση των 18.000 ευρώ: Η πλέον χαρακτηριστική είναι η απόφαση της ΔΕΔ υπ’ αριθμόν 851/2026, της 6ης Μαρτίου 2026. Στην υπόθεση αυτή υπήρχε τραπεζική πίστωση 18.000 ευρώ, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι το ποσό αποτελούσε επιστροφή κεφαλαίου έπειτα από ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων και όχι φορολογητέο εισόδημα.
Το πρόβλημα ήταν η απόδειξη της προέλευσης. Σύμφωνα με την απόφαση, δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθεί η συγκεκριμένη τραπεζική πίστωση ως προϊόν της επικαλούμενης επενδυτικής δραστηριότητας. Η ΔΕΔ κατέληξε ότι τα 18.000 ευρώ έπρεπε να λογιστούν ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή και αιτία, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ΚΦΕ, και να φορολογηθούν με τον ειδικό συντελεστή 33% της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ΚΦΕ. Η αριθμητική αποτυπώνει το μέγεθος του κινδύνου:
- Στα 18.000 ευρώ, φόρος 33% αντιστοιχεί σε 5.940 ευρώ (18.000 ευρώ × 33%).
- Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ίσο με το 50% της διαφοράς φόρου, η πρόσθετη επιβάρυνση είναι: 5.940 ευρώ × 50% = 2.970 ευρώ.
- Συνεπώς, φόρος και πρόστιμο μπορούν να φθάσουν συνολικά τα 8.910 ευρώ (5.940 ευρώ + 2.970 ευρώ). Πρόκειται για επιβάρυνση ίση με 49,5% του ποσού των 18.000 ευρώ: 33% φόρος συν 16,5% που αντιστοιχεί στο πρόστιμο του 50% επί του φόρου.
* Το ηλεκτρονικό πορτοφόλι Skrill: Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς λίγους μήνες αργότερα εμφανίζεται και δεύτερη απόφαση, από τη ΔΕΔ Θεσσαλονίκης, η υπ’ αριθμόν 1170/15.5.2026, η οποία αφορούσε φορολογικό έλεγχο για τα έτη 2019-2023.
Στην υπόθεση αυτή ελέγχθηκαν εκτεταμένες κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών και πιστώσεις μέσω του ηλεκτρονικού πορτοφολιού Skrill. Ο φορολογούμενος υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι κρυπτονομίσματα είχαν χρησιμοποιηθεί ως ενδιάμεσο μέσο συναλλαγής για την τροφοδότηση στοιχηματικής δραστηριότητας και ότι από τη ρευστοποίησή τους δεν είχε προκύψει κέρδος, υπεραξία ή άλλο εισόδημα.
Η ΔΕΔ δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι προβλήθηκε χωρίς την αναγκαία αποδεικτική τεκμηρίωση. Οπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν προσκομίστηκαν κινήσεις λογαριασμών, αποδείξεις μετατροπής κρυπτονομισμάτων, στοιχεία πλατφορμών ή άλλα συναφή έγγραφα. Ως αποτέλεσμα, η πίστωση που ο έλεγχος συνέδεσε με ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων παρέμεινε χαρακτηρισμένη ως φορολογητέα προσαύξηση περιουσίας, με αποτέλεσμα να επιβληθεί στο ποσό της ρευστοποίησης φόρος 33% προσαυξημένος με πρόστιμο ανακρίβειας 50%, δηλαδή συνολική επιβάρυνση 49,5%.









