Ένα περιστατικό που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τα όρια της ανοχής, αλλά και για την εφαρμογή της κοινής ησυχίας, φέρνει στο προσκήνιο ο πρόεδρος του Εμποροβιομηχανικού Συλλόγου Μεσολογγίου, Κωνσταντίνος Πασιόπουλος.
Με ανάρτησή του περιγράφει μια ιδιαίτερα θορυβώδη νύχτα για τους κατοίκους της γειτονιάς γύρω από την Αστυνομική Διεύθυνση Αιτωλίας, καθώς, όπως καταγγέλλει, κρατούμενος φώναζε επί περισσότερο από μία ώρα και χτυπούσε με δύναμη τις πόρτες του χώρου κράτησης, ξεκινώντας από τις 4:20 τα ξημερώματα.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, παρά τις τηλεφωνικές ενημερώσεις προς την Αστυνομία, δεν υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση, θέτοντας ένα ερώτημα με σαφείς παραπολιτικές προεκτάσεις: Θα αντιμετωπιζόταν με την ίδια ανοχή ένας πολίτης που προκαλούσε αντίστοιχη αναστάτωση στον δρόμο; Και τελικά, ποιος προστατεύει την ηρεμία των κατοίκων όταν η όχληση προέρχεται από αστυνομική εγκατάσταση;
Η ανάρτησή του έχει ως εξής:
«ΤΕΛΙΚΑ, Η ΚΟΙΝΗ ΗΣΥΧΙΑ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Ή ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ;
Μένω ακριβώς δίπλα στην Αστυνομική Διεύθυνση Αιτωλίας και εδώ και περισσότερο από μία ώρα, αρχής γενομένης 04:20,μέσα στη νύχτα, κρατούμενος ουρλιάζει ασταμάτητα και χτυπάει με δύναμη τις πόρτες του χώρου κράτησης, ξυπνώντας και αναστατώνοντας ολόκληρη τη γειτονιά.
Έχω ήδη επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την Αστυνομία, έχω ενημερώσει για την κατάσταση, αλλά μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Και αναρωτιέμαι:
Εάν εγώ, ως απλός πολίτης, έβγαινα στις 4 τα ξημερώματα στον δρόμο και φώναζα επί μία ή μιάμιση ώρα, δεν θα υπήρχε άμεση αστυνομική παρέμβαση και ενδεχομένως σύλληψη;
Όταν όμως η ίδια κατάσταση συμβαίνει μέσα σε μια αστυνομική εγκατάσταση, ποιος είναι υπεύθυνος να προστατεύσει τους κατοίκους;
Οι κάτοικοι που ζούμε δίπλα στην Αστυνομική Διεύθυνση Αιτωλίας δεν έχουμε δικαίωμα στον ύπνο και στην ηρεμία μας;
Η Ελληνική Αστυνομία υπάρχει για να εφαρμόζει τον νόμο και να προστατεύει τους πολίτες. Δεν μπορεί να ζητάμε από τους πολίτες να σέβονται τη νομοθεσία και την ίδια στιγμή να μην υπάρχει αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης όταν αυτή προέρχεται από χώρο της ίδιας της Αστυνομίας.
Δεν ζητάμε προνομιακή μεταχείριση. Ζητάμε το αυτονόητο: Σεβασμό, ισονομία και προστασία της κοινής ησυχίας.
Και περιμένουμε μια υπεύθυνη απάντηση από τους αρμόδιους».









