Το online στοίχημα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο δημοφιλείς μορφές ψηφιακής ψυχαγωγίας, αλλά και σε έναν κλάδο με δυναμική ανάπτυξη και αυστηρή ρύθμιση από το κράτος. Χάρη στην τελευταία, μάλιστα, η στοιχηματική δραστηριότητα έχει μετατραπεί σε μια σημαντική πηγή εσόδων για το Δημόσιο.
Ωστόσο, παρά τη συχνή αναφορά στους υψηλούς τζίρους των στοιχηματικών εταιρειών, η εικόνα της φορολόγησης και της συνεισφοράς τους στα δημόσια οικονομικά παραμένει θολή για το ευρύ κοινό. Πώς φορολογείται ο κλάδος και ποια είναι τελικά η συμβολή του στον κρατικό κορβανά;
Πώς φορολογούνται οι στοιχηματικές εταιρείες;
Οι νόμιμες στοιχηματικές εταιρείες με άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα υπόκεινται σε ένα από τα πιο αυστηρά φορολογικά καθεστώτα στην Ευρώπη. Η είσοδος στην ελληνική αγορά προϋποθέτει, καταρχάς, την καταβολή υψηλών τελών αδειοδότησης: το κόστος της επταετούς άδειας ανέρχεται σε 3 εκατ. ευρώ για τη διεξαγωγή διαδικτυακού στοιχήματος και σε 2 εκατ. ευρώ για τις υπηρεσίες online καζίνο.
Πέραν αυτού, οι εταιρείες αποδίδουν στο κράτος 35% επί του Gross Gaming Revenue (GGR), δηλαδή επί των μεικτών εσόδων τους μετά την αφαίρεση των κερδών που επιστρέφονται στους παίκτες. Παράλληλα, υπόκεινται σε εταιρικό φόρο επί των καθαρών κερδών τους, όπως κάθε άλλη επιχείρηση που δραστηριοποιείται στη χώρα, ενώ καταβάλλουν και τις προβλεπόμενες φορολογικές και ασφαλιστικές εισφορές για το προσωπικό που απασχολούν στην Ελλάδα.
Μέσω του ισχύοντος νομικού πλαισίου και υπό την παρακολούθηση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ), το κράτος διασφαλίζει τον έλεγχο των οικονομικών ροών, τη φορολογική συμμόρφωση των παρόχων, αλλά και την προστασία των καταναλωτών.
Τι ισχύει για τη φορολόγηση των παικτών;
Έσοδα για το Δημόσιο προκύπτουν και από τη δραστηριότητα των ίδιων των παικτών στη νόμιμη αγορά, καθώς το κράτος εφαρμόζει μια κλιμακωτή παρακράτηση φόρου στα κέρδη τους. Αυτή υπολογίζεται ανά δελτίο στοιχήματος ή παικτική συνεδρία στο online καζίνο και αυξάνεται ανάλογα με το ύψος του ποσού, με αφορολόγητα να παραμένουν μόνο τα κέρδη έως 100 ευρώ.
Η παρακράτηση γίνεται στην πηγή, με την εταιρεία να αφαιρεί αυτόματα τον φόρο κατά την εξαργύρωση των κερδών και να τον αποδίδει στο κράτος. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως σε αρκετές περιπτώσεις, οι εταιρείες επιλέγουν να απορροφούν τον φόρο οι ίδιες ως εμπορική παροχή προς τους πελάτες τους.
Τι έσοδα έχει το Δημόσιο από το στοίχημα;
Μέσω των προαναφερθέντων τελών, φόρων και εισφορών, η νόμιμη αγορά των τυχερών παιγνίων έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο συνεπείς χρηματοδότες των κρατικών ταμείων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΕΕΠ, το 2024 η άμεση συνεισφορά του κλάδου στον κρατικό προϋπολογισμό -χωρίς να συνυπολογίζεται ο εταιρικός φόρος εισοδήματος- ξεπέρασε για πρώτη φορά το 1 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, οι εταιρείες διαδικτυακού στοιχήματος απέδωσαν το 60,84%, δηλαδή περίπου 640 εκατ. ευρώ.
Οι προβλέψεις για το 2025 είναι ακόμη υψηλότερες. Ήδη στο πρώτο εννεάμηνο του έτους, τα έσοδα από τις διαδικτυακές εταιρείες είχαν ανέλθει σε 524 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 16% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Από το ποσό αυτό, τα 297,5 εκατ. ευρώ προήλθαν από δικαιώματα του Δημοσίου, ενώ τα υπόλοιπα από τη φορολόγηση των παικτών.
Όπως καθίσταται σαφές, η συνεισφορά του online στοιχήματος στα δημόσια οικονομικά συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του εντός ενός θεσμοθετημένου πλαισίου που επιτρέπει στο κράτος να εισπράττει φόρους και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στη δραστηριότητα του κλάδου. Με λίγα λόγια, η νομιμότητα και η ρύθμιση της αγοράς αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη σταθερή και διαχρονική απόδοση εσόδων προς το Δημόσιο.









