Πέραν του εμβολιασμού ενάντια στην εποχική γρίπη ή τον COVID-19, οι διαβητικοί ασθενείς οφείλουν να «χτίσουν» άμυνα ενάντια και σε σειρά άλλων παθήσεων που μας απειλούν, ιδίως τέτοια εποχή. Η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει εκδώσει ειδικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού Ενηλίκων, εστιάζοντας σε 4 εμβόλια τα οποία ενδείκνυνται για τους διαβητικούς ασθενείς που οφείλουν να ενισχύσουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα.
Εμβόλιο πνευμονιόκοκκου (συζευγμένο και πολυσακχαριδικό)
Μια συχνή και δυνητικά σοβαρή λοίμωξη στα άτομα με διαβήτη που προλαμβάνεται με εμβολιασμό είναι η πνευμονιοκοκκική νόσος. Στον όρο «πνευμονιοκοκκική νόσος» περιλαβάνεται μια ομάδα λοιμώξεων που προκαλούνται από το βακτήριο Streptococcus pneumoniae, γνωστό και ως πνευμονιόκοκκο.
Ο πνευμονιόκοκκος είναι ένα βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και επικίνδυνες για την υγεία ασθένειες, μερικές από τις οποίες είναι θανατηφόρες, ενώ αποτελεί μία από τις πιο κοινές αιτίες πρόκλησης της πνευμονίας. Οι πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις εκδηλώνονται πιο συχνά κατά τον χειμώνα και την αρχή της άνοιξης, χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα αναπνευστικά νοσήματα είναι σε έξαρση.
Οι λοιμώξεις που μπορεί να προκληθούν από τον πνευμονιόκοκκο περιλαμβάνουν τόσο διεισδυτικές λοιμώξεις, όπως η μηνιγγίτιδα, η βακτηριαιμία και η βακτηριαιμική πνευμονία όσο και μη διεισδυτικές όπως η μέση ωτίτιδα (λοίμωξη του μέσου ωτός) και η πνευμονία. Σύμφωνα με μία παλιότερη εκτίμηση του ΠΟΥ υπολογίζεται ότι μέχρι και 1,6 εκατ. άνθρωποι (μικρά παιδιά και ενήλικες) πεθαίνουν εξαιτίας του πνευμονιόκοκκου.
Υπάρχουν δύο είδη εμβολίων έναντι του πνευμονιόκοκκου: τα συζευγμένα και τα πολυσακχαριδικά. Για να είναι κανείς απόλυτα καλυμμένος θα πρέπει να κάνει και τα δύο, καθώς καθένα από αυτά καλύπτει διαφορετικούς ορότυπους.
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών συστήνεται 1 δόση συζευγμένου 13δύναμου και 1 δόση πολυσακχαριδικού 23δύναμου εμβολίου στην ηλικία των 65 ετών και άνω. Ωστόσο, δόσεις των παραπάνω εμβολίων συστήνονται και σε άτομα ηλικίας 19-64 ετών που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις, όπως:
- Με χρόνιες παθήσεις (σακχαρώδης διαβήτης, άσθμα, χρόνια νεφρική νόσος, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια/ΧΑΠ, χρόνια ηπατική νόσος, χρόνια καρδιακή νόσος, αλκοολισμός)
- Με παθήσεις που προκαλούν διαταραχές στη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος (HIV/AIDS, καρκίνος, λειτουργική/ανατομική ασπληνία)
- Με κοχλιακά εμφυτεύματα ή διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού
- Συστηματικοί καπνιστές
Ο εμβολιασμός πρέπει να γίνεται πρώτα με το συζευγμένο 13δύναμο και μετά από 8 μήνες με το 23δύναμο. Το συζευγμένο γίνεται άπαξ, ενώ το 23δύναμο πρέπει να επαναληφθεί μετά από 5 χρόνια.
Εμβόλιο αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV)
«Ενας αναπνευστικός ιός που δεν συγχωράει αμέλεια». Ετσι περιγράφεται από την Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία (ΕΠΕ) ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV), που, όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, αναμένεται να κάνει αισθητή την παρουσία του στην κοινότητα, απειλώντας πρωτίστως τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, όπως τους διαβητικούς και τους πάσχοντες από καρδιαγγειακά.
Ποιοι πρέπει να εμβολιαστούν
«Για την αντιμετώπιση του RSV δεν υπάρχει καμία θεραπεία, παρά μόνο η πρόληψη μέσω του εμβολιασμού», επισημαίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, καθηγητής Πνευμονολογίας ΕΚΠΑ, Στέλιος Λουκίδης.
«Μέχρι σήμερα τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας δηλώνουν ότι η επίδραση του RSV ως ενδημικής ιογενούς λοίμωξης κατά τη διάρκεια των μηνών Νοεμβρίου-Φεβρουαρίου έχει σημαντική επίπτωση στο σύστημα υγείας, με αρκετές νοσηλείες και δυστυχώς με υψηλή θνητότητα».
Ο κίνδυνος των επιπλοκών από τη λοίμωξη
Οπως δηλώνει ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, καθηγητής Πνευμονολογίας ΕΚΠΑ, Πέτρος Μπακάκος, «ο RSV παρουσιάζει στους ηλικιωμένους ενήλικες και σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα, κυρίως του αναπνευστικού και του καρδιαγγειακού συστήματος, καθώς και στα άτομα με διαβήτη, υψηλά ποσοστά σοβαρών επιπλοκών και δυσμενών εκβάσεων της ιογενούς λοίμωξης, παρόμοιων με της γρίπης, ενώ θεωρείται η δεύτερη πιο συχνά αναγνωρισμένη αιτία ιογενούς πνευμονίας».
Δύο διαθέσιμα εμβόλια
Σύμφωνα με τις οδηγίες της ΕΠΕ, συνιστάται ο εμβολιασμός με οποιοδήποτε από τα δύο διαθέσιμα εμβόλια (RSVPreF3, RSVpreF), που έχουν λάβει έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων:
– Σε όλους τους ασθενείς με ΧΑΠ, με ιδιαίτερη έμφαση σε ασθενείς με ΧΑΠ και καρδιαγγειακά.
– Σε όλους τους ασθενείς με άσθμα.
– Σε όλους τους ασθενείς με κυστική ίνωση, σοβαρή διάμεση πνευμονοπάθεια, σοβαρή πνευμονική υπέρταση.
– Σε όλους τους ασθενείς άνω των 50 ετών με συννοσηρότητες [σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα (καρδιακή ανεπάρκεια, στεφανιαία νόσο, σοβαρές βαλβιδοπάθειες, υπέρταση, αγγειακή νόσο του εγκεφάλου), χρόνια νεφρική νόσο, χρόνια ηπατοπάθεια, συγγενή ή επίκτητη ανοσοκαταστολή].
– Σε όλους τους ενήλικες άνω των 60 ετών με ή χωρίς συννοσηρότητες.
Εμβόλιο έρπητα ζωστήρα (ζων εξασθενημένος ιός – ZVL)
Πρέπει, αρχικά, να σημειώσουμε ότι σε περίπτωση που κάποιος πάσχει από διαβήτη έχει τριπλάσια πιθανότητα να εμφανίσει συμπτώματα του έρπητα ζωστήρα, άρα τριπλασιάζεται και ο κίνδυνος απορρύθμισης των τιμών του σακχάρου. Υπό αυτή τη λογική, οι διαβητικοί ασθενείς -ιδίως οι άνω των 60 ετών- καλό είναι να κάνουν το εμβόλιο για τον έρπητα ζωστήρα.
Ο υπεύθυνος ιός εντοπίζεται στο 95% των ενηλίκων (σε όλους όσοι έχουν περάσει ανεμοβλογιά), ενώ εκτιμάται ότι 1 στα 4 άτομα θα αναπτύξει έρπητα ζωστήρα στη ζωή του. Είναι γνωστό ότι στις ηλικίες άνω των 60 ετών η επίπτωση υπολογίζεται σε 13-15 περιστατικά ανά 1.000 ενηλίκους κάθε χρόνο.
Κάποιοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν σοβαρές επιπλοκές στο κεντρικό νευρικό σύστημα, την όραση και την ακοή, αλλά η συχνότερη επιπλοκή είναι η μεθερπητική νευραλγία (πόνος μετά το επεισόδιο έρπητα ζωστήρα), που μπορεί να διαρκέσει από 3 μήνες έως και 10 χρόνια. Για τους διαβητικούς ασθενείς οι επιπλοκές αυτές μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά σοβαρές. Η πρόληψη της εμφάνισης του νοσήματος επιτυγχάνεται με ειδικό εμβόλιο το οποίο προστατεύει από τις περισσότερες περιπτώσεις έρπητα ζωστήρα αλλά και μεθερπητικής νευραλγίας.
Εμβόλιο ηπατίτιδας Β (HepB)
Φαίνεται ότι τα άτομα με διαβήτη παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ηπατίτιδας Β από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα κρούσματα που καταγράφονται συνήθως σχετίζονται με τις συσκευές παρακολούθησης των επιπέδων γλυκόζης, λόγω κακής χρήσης τους ή ακατάλληλης επαναχρησιμοποίησης από άτομο σε άτομο.
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες, το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β συνιστάται για τους επίνοσους διαβητικούς κάτω των 60 ετών, ενώ για τους άνω των 60 η απόφαση εναπόκειται στην κρίση του γιατρού που τους παρακολουθεί.
Το εμβόλιο συστήνεται (τρεις δόσεις) σε όλους τους επίνοσους ενηλίκους που δεν εμβολιάστηκαν στην παιδική ηλικία.
Επίσης ο εμβολιασμός κρίνεται απαραίτητος σε:
- άτομα με περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους στη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών,
- άντρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άντρες,
- χρήστες ναρκωτικών ουσιών,
- άτομα με σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα,
- επαγγελματίες που εκτίθενται σε αίμα και δυνητικά μολυσμένα βιολογικά υγρά (π.χ. επαγγελματίες Υγείας, εργαζόμενοι σε σωφρονιστικά ιδρύματα ή σε ιδρύματα με τροφίμους που παρουσιάζουν νοητική υστέρηση),
- ταξιδιώτες σε χώρες με υψηλή και μέση ενδημικότητα ηπατίτιδας Β,
- άτομα με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια,
- άτομα με χρόνιες παθήσεις του ήπατος (ηπατίτιδα C, κίρρωση, λιπώδης διήθηση ήπατος, αλκοολική ηπατοπάθεια, αυτοάνοση ηπατίτιδα),
- άτομα με HIV λοίμωξη,
- άτομα με σακχαρώδη διαβήτη,
- άτομα του στενού περιβάλλοντος πασχόντων από χρόνια λοίμωξη με τον ιό ηπατίτιδας Β.
Μία δόση εμβολίου κατά του ιού ανεμοβλογιάς-έρπητα ζωστήρα συστήνεται σε ενηλίκους 60 ετών και άνω, ανεξάρτητα εάν αναφέρεται προηγούμενο επεισόδιο.
Ασθενείς που πρόκειται να λάβουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία πρέπει να εμβολιαστούν τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την έναρξη της αγωγής.













