Στο νέο αυστηρό δόγμα της μεταναστευτικής πολιτικής αναφέρθηκε στη Βουλή ο Θάνος Πλεύρης σημειώνοντας πως όσοι δεν δικαιούνται άσυλο θα καλούνται να επιλέξουν «επιστροφή ή φυλακή» και πως μέλη ΜΚΟ που συμμετέχουν σε παράνομα κυκλώματα διακίνησης ανθρώπων θα αντιμετωπίζουν αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου υποστήριξε ότι η νέα στρατηγική λειτουργεί αποτρεπτικά και φέρνει αποτελέσματα: «Το 2025 έκλεισε με λιγότερες αφίξεις σε σχέση με το 2024. Η μείωση παρατηρείται το τελευταίο πεντάμηνο κατά 40% λόγω των μέτρων που πήραμε» είπε για να προσθέσει σε άλλο σημείο: «Συνειδητά πιστεύουμε ότι πρέπει να ακολουθηθεί σκληρή μεταναστευτική πολιτική η οποία σε συνδυασμό με τη διπλωματία και τη φύλαξη συνόρων φέρνει αποτελέσματα. Τα σύνορα φυλάσσονται και είναι ντροπή να αμφισβητείται η προσπάθεια των στελεχών του Λιμενικού Σώματος. Αυτοί σώζουν κόσμο και όχι οι επαγγελματίες ανθρωπιστές».
Παράλληλα, παρουσίασε τις διατάξεις που θα επιτρέψουν στους νόμιμους μετανάστες να ανανεώνουν με απλές και γρήγορες διαδικασίες τις άδειές τους αλλά και τις ρυθμίσεις που επιχειρούν να εντάξουν στην αγορά εργασίας δικαιούχους ασύλου αντί να διαμένουν στην χώρα εισπράττοντας επιδόματα.
«Μέχρι σήμερα όσοι λάμβαναν άσυλο έμπαιναν σε προγράμματα επιδομάτων και τους χάναμε. Αυτό το αλλάζουμε και εισάγουμε διαδικασίες προένταξης. Όσοι έρχονται και έχουν προφίλ ανθρώπου που δικαιούται διεεθνούς προστασίας θα πηγαίνι σε δομές όπως αυτή που έχουμε στο Κουτσόχερο. Εκεί θα παρακολουθεί προγράμματα εκμάθησης ελληνικής γλώσσας και επαγγελματικών δεξιοτήτων ώστε στην συνέχεια να τον συνδέουμε με την αγορά εργασίας (αγροτικά, τουριστικά, κατασκευές, εστίαση κλπ)» ανέφερε ο κ. Πλεύρης για να προσθέσει: «Πλέον το άσυλο δεν θα δίνεται εις βάρος των φορολογούμενων. Θα τους δώσουμε τη δυνατότητα να μάθουν στοιχειώδη ελληνικά και δεξιότητες για να εργαστούν. Αν δεν θέλει να εργαστεί θα φεύγει, δεν θα ζει εις βάρος των ελλήνων φορολογούμενων».
Αναλύοντας περαιτέρω το νέο σχεδιασμό είπε πως πως οι περίπου 30 δομές φιλοξενίας που διαθέτει η χώρα θα «σπάσουν» σε δύο μεγάλες κατηγορίες: «στην πρώτη θα ενταχθούν κλειστές δομές όπου θα οδηγούνται μετανάστες χωρίς προσφυγικό προφίλ. Οι Αιγύπτιοι, Μπαγκλαντεσιανοί κλπ θα πηγαίνουν εκεί. Θα εξετάζεται η αίτηση ασύλου τους και εφόσον απορρίπτεται θα επιστρέφει στη χώρα του ή θα οδηγείται στην φυλακή. Στην δεύτερη κατηγορία θα έχουμε ανοικτές δομές όπως αυτή στο Κουτσόχερο όπου θα οδηγούνται άτομα τα οποία πιθανότατα θα πάρουν άσυλο. Θα πηγαίνουν εκεί αντί στην Κυψέλη και στον Άγιο Παντελεήμονα».
Παράλληλα, ο υπουργός απευθυνόμενος στην αντιπολίτευση σχολίασε πως για τις συγκεκριμένες διατάξεις δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις για να προσθέσει στην συνέχεια: «παρατηρήσεις καταθέσατε μόνο για τις ΜΚΟ για τις οποίες αυστηροποιούμε το πλαίσιο όταν μέλη τους εμπλέκονται σε κυκλώματα διακίνησης. Αυστηροποιούμε δηλαδή το πλαίσιο για τους διακινητές και λέμε επίσης ότι αν ο διακινητής – όπως αυτός στην Χίο που οδήγησε τη λέμβο με τους 30 μετανάστες πάνω στο σκάφος του Λιμενικού – είναι μέλος ΜΚΟ θα έχει ακόμα πιο αυστηρή ποινή. Ένας που τον πληρώνει το Υπουργείο για να τρέχει προγράμματα του υπουργείου θα έχει μεγαλύτερη ευθύνη. Κάποιος που εργάζεται στις δομές μας θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη ευθύνη».
Ειδικά για τις ΜΚΟ σημείωσε ότι με τις προωθούμενες διατάξεις καταργείται η «προνομιακή διαδικασία των απευθείας αναθέσεων. Μέχρι σήμερα οι ΜΚΟ έπαιρναν έργα χωρίς διαγωνισμό. Συνολικά οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών έχουν πάρει 300 εκατ ευρώ από το Υπουργείο, άρα δεν μπορούμε να μιλάμε για εθελοντές ανθρωπιστές, μπορούμε να μιλάμε για επαγγελματίες ανθρωπιστές. Πλέον οποίος θέλει να πάρει έργα θυα συμμετέχει σε διαγωνισμό».
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στην κριτική της αντιπολίτευσης αναφορικά με τις ρυθμίσεις που αφορούν τα ασυνόδευτα ανήλικα ενώ παρουσίασε στην Βουλή τα ευρήματα από τα βιομετρικά τεστ. «Έως τέλος του 2025 είχαμε στις δομές 2.003 ασυνόδευτα ανήλικα εκ των οποίων το 95% είναι 16 ετών και άνω. Το 57% είναι 17 ετών» είπε για να προσθέσει «ελέγξαμε με βιομετρικά τεστ 197 ύποπτα περιστατικά ατόμων που δήλωναν ανήλικοι. Οι 123 ήταν τελικά ενήλικες».













