Σε αυξημένη επιφυλακή βρίσκονται οι υγειονομικές αρχές στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη για την παρακολούθηση της εξάπλωσης του ιού του Δυτικού Νείλου.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ECDC, ο ιός έχει καταγραφεί σε εννέα ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά την Ιταλία ως προς τον αριθμό των περιοχών στις οποίες έχει εντοπιστεί μετάδοση.
Η εμφάνιση και η ένταση των εξάρσεων του ιού συνδέονται με ένα σύνολο παραγόντων. Εκτός από τις καιρικές συνθήκες, όπως οι υψηλές θερμοκρασίες και οι βροχοπτώσεις, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι πληθυσμοί των άγριων πτηνών και των κουνουπιών, τα οποία αποτελούν βασικούς κρίκους στον κύκλο μετάδοσης του ιού.
Τα κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ευρώπη
Σύμφωνα με την τελευταία εβδομαδιαία ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), από την έναρξη της περιόδου μετάδοσης του ιού του Δυτικού Νείλου το 2026 μέχρι σήμερα, 21 Αυγούστου, η Ιταλία έχει μακράν τις περισσότερες περιοχές που έχουν επηρεαστεί από τον ιό (46), ενώ δεύτερη είναι η Ελλάδα με 17 και ακολουθούν Ρουμανία (14), Αυστρία (6), Βόρεια Μακεδονία, Ισπανία, Σερβία (3), Αλβανία, Αυστρία, Γερμανία, Κόσοβο και Ολλανδία (1).
Σε πιο αναλυτικά στοιχεία, οι περιπτώσεις ασθενών με τον ιό φτάνουν τις 311 στην Ιταλία, ενώ 157 είναι στην Ελλάδα, εκ των οποίων, όπως σημειώνει το ECDC, οι επτά περιπτώσεις είναι άγνωστο σε ποιες περιοχές νόσησαν οι ασθενείς. Ακολουθούν πολύ πιο πίσω η Ισπανία με 63 περιπτώσεις, η Βόρεια Μακεδονία με 37, η Ρουμανία με 28, η Γαλλία με 17, η Σερβία με 6, η Ολλανδία με δύο, ενώ μια περίπτωση έχει διαπιστωθεί σε Αλβανία, Αυστρία, Γερμανία και Κόσοβο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αφορούν τοπικά κρούσματα, δηλαδή λοιμώξεις που αποκτήθηκαν στη χώρα όπου καταγράφηκαν. Η μετάδοση του ιού συνήθως κορυφώνεται κατά τον Αύγουστο και τις αρχές Σεπτεμβρίου, επομένως αναμένονται επιπλέον κρούσματα τις επόμενες εβδομάδες.
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς οι δράσεις για την καταπολέμηση των κουνουπιών, με ιδιαίτερη έμφαση στις περιοχές όπου έχει καταγραφεί αυξημένη δραστηριότητα του ιού. Στην Ανατολική Αττική περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι δήμοι Σπάτων-Αρτέμιδας, Μαρκοπούλου Μεσογαίας, Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, Αγίας Παρασκευής, Παλλήνης και Χαλανδρίου, όπου έχουν καταγραφεί επιβεβαιωμένα κρούσματα με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Στον Δήμο Αγίας Παρασκευής, συνεργεία πραγματοποιούν εκτεταμένους ψεκασμούς σε χιλιάδες φρεάτια και κοινόχρηστους χώρους, ενώ στην Κηφισιά εφαρμόζονται δράσεις προνυμφοκτονίας σε σημεία με στάσιμα νερά, με τη χρήση βιολογικών σκευασμάτων που θεωρούνται ασφαλή για το περιβάλλον.
Παράλληλα, στο Σουφλί εφαρμόζονται νέες μέθοδοι αντιμετώπισης των κουνουπιών, μεταξύ των οποίων «έξυπνες» παγίδες που προσελκύουν τα θηλυκά κουνούπια μέσω θερμότητας και ειδικών οσμών. Στόχος των δράσεων είναι ο περιορισμός του πληθυσμού των κουνουπιών και, κατ’ επέκταση, η μείωση του κινδύνου μετάδοσης του ιού και άλλων ασθενειών.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης του ΕΟΔΥ, από την αρχή της περιόδου μετάδοσης του ιού και έως τις 19 Αυγούστου έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα 157 εγχώρια κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου.
Από αυτά, τα 116 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, όπως εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση. Τα υπόλοιπα 41 περιστατικά είχαν ήπιες εκδηλώσεις ή δεν παρουσίασαν συμπτώματα από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.
Μόνο την τελευταία εβδομάδα δηλώθηκαν 47 νέα εγχώρια κρούσματα, γεγονός που δείχνει ότι η δραστηριότητα του ιού παραμένει αυξημένη.
Γεωγραφικά, οι λοιμώξεις εντοπίζονται σε 45 δήμους, οι οποίοι υπάγονται σε πέντε Περιφέρειες: Αττικής, Θεσσαλίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο Δήμος Σπάτων – Αρτέμιδος καταγράφει 16 κρούσματα (με τα 14 να παρουσιάζουν νευρολογικές επιπλοκές) και ο Δήμος Μαρκοπούλου Μεσογαίας ακολουθεί με 13 περιστατικά (11 με ανάλογα συμπτώματα). Παράλληλα, στον Δήμο Λαρισαίων έχουν ταυτοποιηθεί 11 μολύνσεις.
13 θάνατοι
Ανησυχία προκαλεί ο αριθμός των ασθενών που εμφάνισαν σοβαρές νευρολογικές επιπλοκές. Μέχρι τις 19 Αυγούστου έχουν καταγραφεί 13 θάνατοι σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό και προσβολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
Όλοι οι θανόντες ήταν άνω των 65 ετών, με διάμεση ηλικία τα 82 έτη. Τα στοιχεία αυτά, αναφέρουν οι επιστήμονες, επιβεβαιώνουν ότι ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης είναι μεγαλύτερος σε άτομα τρίτης ηλικίας, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν προβλήματα υγείας..
Πώς μεταδίδεται ο ιός
Ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται κυρίως μέσω του τσιμπήματος μολυσμένων κουνουπιών. Τα κουνούπια μολύνονται από μολυσμένα πτηνά και στη συνέχεια μπορούν να μεταδώσουν τον ιό στον άνθρωπο.
Η περίοδος αυξημένης δραστηριότητας των κουνουπιών βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και, επομένως, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι χρειάζεται συνέχιση των μέτρων πρόληψης.
Η προστασία από τα τσιμπήματα παραμένει το βασικό μέτρο. Η χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών, τα κατάλληλα ρούχα που καλύπτουν όσο γίνεται το σώμα, οι σίτες στα παράθυρα και η αποφυγή στάσιμων νερών σε αυλές και μπαλκόνια μπορούν να περιορίσουν την έκθεση στα κουνούπια.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται τις ώρες κατά τις οποίες η δραστηριότητα των κουνουπιών είναι αυξημένη, ενώ απαραίτητη είναι και η απομάκρυνση δοχείων ή άλλων αντικειμένων που συγκρατούν νερό γύρω από τις κατοικίες.
Τα συμπτώματα που χρειάζονται προσοχή
Οι περισσότεροι άνθρωποι που μολύνονται από τον ιό δεν εμφανίζουν συμπτώματα ή παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή νόσο του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
Πυρετός, έντονος πονοκέφαλος, σύγχυση, διαταραχές συνείδησης, μυϊκή αδυναμία, τρόμος ή άλλα νευρολογικά συμπτώματα χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορούν άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που ζουν ή έχουν βρεθεί σε περιοχή όπου έχει καταγραφεί κυκλοφορία του ιού.
Όπως αναφέρει ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας, η παρουσία του ιού στην Ελλάδα δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Ωστόσο, η αύξηση των περιστατικών και κυρίως των σοβαρών νευρολογικών λοιμώξεων επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για συστηματική επιτήρηση, έγκαιρες παρεμβάσεις για τα κουνούπια και συνεχή ενημέρωση των πολιτών.









