Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης», του οποίου ο ίδιος είναι ιδρυτής και ηγέτης, ωφέλησαν πολύ τον Τούρκο πολίτη, και ειδικά τα φτωχότερα στρώματα, που είδαν το εισόδημά τους να ανεβαίνει κατακόρυφα την τελευταία εικοσαετία. Εξάλλου και η είσοδος της χώρας αυτής στην ομάδα των είκοσι μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, από εκεί που ήταν στις αγκάλες του ΔΝΤ, πιστοποιεί την αλήθεια της παραπάνω παρατήρησης, παρά κάποια οικονομικά σκαμπανεβάσματα που συνέβησαν κατά τη μακρά αυτή χρονική περίοδο.
Αυτές οι αναμφισβήτητες αλήθειες και η ευρεία λαϊκή αναγνώρισή τους οδήγησαν τον πρόεδρο Ερντογάν να συνεχίσει την πολιτική των προκατόχων του, Κεμαλιστών, απέναντι στη Δύση, και ειδικά την ΕΕ, με την οποία ακόμη και σήμερα η Τουρκία συνδέεται με το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, καθώς είναι προφανές ότι για την πολιτική του κυριαρχία δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στους αντικεμαλικούς ψηφοφόρους, τους οποίους βασικά εξέφραζε ο ίδιος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Τούρκος ηγέτης προσπάθησε μεταξύ άλλων να δώσει δείγματα συμπεριφοράς καλής γειτονίας με τη χώρα μας, π.χ. περιορίζοντας αισθητά τις ποικίλες παρενοχλήσεις στο Αιγαίο (επί των πολλών θητειών του δεν σημειώθηκε κανένα θερμό επεισόδιο εκεί μέχρι σήμερα) και ανοίγοντας για πρώτη φορά μετά το 1922 την Παναγία Σουμελά στον Πόντο, θέτοντάς τη στη διάθεση του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη, κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος τον Δεκαπενταύγουστο του 2010 τέλεσε σε κλίμα μεγάλης συγκίνησης την πρώτη λειτουργία εκεί μετά την Καταστροφή.
Ωστόσο αυτά και άλλα παρόμοια, που ο χώρος δεν επιτρέπει να παραθέσουμε εδώ, ίσχυαν μέχρι την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Τούρκου ηγέτη στα μέσα Ιουλίου του 2016. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τον πάγο στον οποίο έβαλε η ΕΕ την τουρκική υποψηφιότητα, μεταξύ άλλων και λόγω των αυστηρών περιοριστικών μέτρων στον τομέα των πολιτικών ελευθεριών που έλαβε η τουρκική ηγεσία μετά την παραπάνω απόπειρα πραξικοπήματος, επέδρασε αποφασιστικά, όπως φαίνεται πια αρκετά καθαρά, στην ψυχολογία του Ερντογάν και στις μετέπειτα κινήσεις του. Είναι δηλαδή σχεδόν προφανές ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών παραμέτρων (πραξικόπημα-ψυχρότητα της ΕΕ) απομάκρυνε ψυχολογικά τον Τούρκο ηγέτη από τη Δύση γενικά και από την ΕΕ ειδικά.
Πέρα από τα προναφερθέντα, το θέμα του καθορισμού των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Τουρκία έχει το μικρότερο μερίδιο -και δικαίως βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας- σε σχέση με τα άλλα κράτη της περιοχής (Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Λιβύη), είναι κάτι που ενεργοποιεί ακόμη περισσότερο τα αντιδυτικά αντανακλαστικά της Τουρκίας, η οποία αισθάνεται ότι δικαιούται πολύ περισσότερα λόγω του όγκου της ηπειρωτικής της χώρας. Την αντίδραση της γείτονος μάλιστα εξήψε ακόμη περισσότερο η αποφασιστικότητα της Κύπρου και της Ελλάδας να προχωρήσουν σε σχετικές συμφωνίες με το Ισραήλ, το οποίο η Τουρκία βλέπει σαν τον εχθρό των μουσουλμάνων της περιοχής.
Το Κουρδικό Ζήτημα εξάλλου, που ανακύπτει έντονο λόγω του Εμφυλίου στη Συρία, ο οποίος, μεταξύ άλλων, έδωσε την ευκαιρία στους πολυβασανισμένους Κούρδους της περιοχής να ελπίζουν στην ίδρυση -επιτέλους- ανεξάρτητου κράτους, εισπράχθηκε από τον Ερντογάν ως η μεγαλύτερη απειλή για την ενότητα του Τουρκικού κράτους. Ως γνωστόν, πάνω από 15 εκατομμύρια Κούρδοι διαβιούν στην Τουρκία και λογικά η ένωσή τους με τους ομοεθνείς τους της Συρίας θα αποτελούσε ένα ακατανίκητο κίνητρο ανάληψης δυναμικής δράσης εκ μέρους τους με τελική συνέπεια τον ακρωτηριασμό του τουρκικού κράτους.
Τέλος, ο Λιβυκός εμφύλιος παίζει κι αυτός με τη σειρά του τον ρόλο του στο αρκετά περίπλοκο ψηφιδωτό της περιοχής, με τον Ερντογάν να διαβλέπει σε αυτόν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία. λόγω των δεσμών του Λίβυου ηγέτη Σάρατζ με την Τουρκία, να διεισδύσει στη χώρα αυτή, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα τουρκικό προγεφύρωμα στην περιοχή, και να πετύχει μια συμφωνία για την ΑΟΖ, που θα αποτελεί ένα είδος φύλλου συκής για τις επιδιώξεις του, όπως και έγινε.
Σε όλα αυτά τα μέτωπα ο Τούρκος πρόεδρος δεν είναι χωρίς ερίσματα. Στη Συρία μπορεί άνετα να στοχοποιεί τον Άσαντ, έναν τύραννο με πολύ αίμα αθώων στα χέρια του, τον οποίο η Δύση δεν θέλει ούτε να βλέπει. Το βασικό του πρόβλημα εδώ είναι ο χειρισμός της Ρωσίας, η οποία στηρίζει τον Άσαντ. Για να το λύσει ο Ερντογάν, ενεπλάκη σε αυτό που αποτελεί τον ορισμό της λυκοφιλίας, καθώς άλλοτε μοιράζεται με τον Πούτιν τη μεγάλη του δόση από αντιδυτικισμό όπου το επιτρέπουν οι συνθήκες -ο Ρώσος πρόεδρος εξάλλου διαθέτει τόνους από αυτόν- κι άλλοτε «προσφέρεται» να εξυπηρετήσει τους Δυτικούς στον αγώνα τους κατά του Άσαντ. Αυτή η ισορροπία του τρόμου δεν φαίνεται να είναι και πολύ λογική, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει βλάψει ιδιαιτέρως τον Ερντογάν.
Στη Λιβύη ο Τούρκος ηγέτης κάνει κάτι ανάλογο: υποστηρίζει με κάθε δυνατό μέσο την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ λιβυκή κυβέρνηση του Σάρατζ, τον οποίο στηρίζουν και οι Δυτικοί. Έτσι μπόρεσε να υπογράψει το παράνομο Τουρκολιβυκό μνημόνιο, βάσει του οποίου διεκδικεί μεγάλα τμήματα της ελληνικής ΑΟΖ για λογαριασμό του, «παραχωρώντας» κι ένα κομμάτι από αυτήν στον συνεταίρο του (αφού δεν είναι δικό του ούτως ή άλλως, τι έχει να χάσει;) και δελεάζοντας με ένα άλλο τέτοιο κομμάτι, που επίσης δεν του ανήκει, την Αίγυπτο, ώστε να απομονώσει τον Ελληνισμό. Με τον Σάρατζ πέτυχε προσώρας ό,τι ήθελε, αλλά με την Αίγυπτο όχι· και ευτυχώς ούτε πρόκειται: ο Αιγύπτιος ηγέτης Σίσι, αφού ανέτρεψε τον φανατικό ισλαμιστή Μόρσι, που οδηγούσε σε βέβαιο χάος τη χώρα, θεμελίωσε ένα φιλοδυτικό και φιλελεύθερο -για τα αιγυπτιακά μέτρα- καθεστώς που δεν θέλει να ακούει για ισλαμικά κράτη και άλλες τέτοιες ακρότητες. Και αυτό δεν αλλάζει. Επομένως στο πρόσωπο του Σίσι ο Ερντογάν έχει έναν συνεπή αντίπαλο, ενώ η Ελλάδα έναν δυνάμει σύμμαχο. Και αυτό θα φανεί καθαρά, πιστεύουμε, σύντομα.
Ερχόμαστε τώρα στο μέτωπο του Ερντογάν με τον Ελληνισμό: με το θράσος που απέκτησαν μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974 οι Τούρκοι γενικά, ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει ότι θα μπορούσε κι αυτός να αρπάξει το κομμάτι που ορέγεται από την ελληνοκυπριακή ΑΟΖ, χωρίς να προκαλέσει στρατιωτική αντίδραση από την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά ούτε και από κανέναν άλλον. Αυτό όμως δεν του βγαίνει: η ελληνική κυβέρνηση στέκεται σθεναρά απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, ενώ έχει εξασφαλίσει τη στήριξη -σε πολιτικό επίπεδο τουλάχιστον- των ΗΠΑ (βλ. δηλώσεις Στέιτ Ντιπάρτμεντ και Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα), της ΕΕ γενικά και της Γερμανίας ειδικά, και κυρίως της Γαλλίας, λόγω των ζωτικών συμφερόντων της τελευταίας στην περιοχή. Ο Γάλλος πρόεδρος μάλιστα, Ε. Μακρόν, έφτασε στο πρωτοφανές σημείο να αναρτήσει στα Ελληνικά, σε προσωπικό του λογαριασμό στα ΜΚΔ, την ξεκάθαρη προειδοποίησή του προς την Τουρκία για τις κινήσεις της στην περιοχή. Εκτός λοιπόν από τον Σίσι -αφήνω το Ισραήλ, που δεν εμπλέκεται άμεσα εδώ- ο Ερντογάν καταλαβαίνει πλέον καθαρά ότι πρέπει να υπολογίζει σοβαρά και μια γαλλική αντίδραση, και όχι μόνο, εναντίον του.
Μέσα στο πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω ο Τούρκος πρόεδρος έκανε και μια κίνηση που χειροτέρεψε πολύ -αν και όχι τόσο φανερά ακόμα- τη θέση του: μετέτρεψε την Αγια-Σοφιά, παγχριστιανικό σύμβολο του Βυζαντινού Ελληνισμού, σε τζαμί. Η σημειολογία της πράξεως αυτής μάς οδηγεί σχεδόν με βεβαιότητα -μένει να αποδειχθεί και από συναφείς εξελίξεις- στο συμπέρασμα ότι ο Ερντογάν απομακρύνει τη χώρα του από τον Κεμαλισμό, τη φιλελεύθερη δηλαδή -για τα τουρκικά δεδομένα- φιλοδυτική παράδοση που εγκαινίασε ο Κεμάλ Ατατούρκ, όταν ίδρυσε την Τουρκία μέσα από τις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1923, και την οποία ελλείψει πλειοψηφικού λαϊκού ερείσματος διαφύλασσε ο στρατός, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Εδώ όμως ο Τούρκος πρόεδρος διαπράττει το μεγαλύτερο σφάλμα του, το οποίο -φοβάμαι- δεν τονίζεται, ίσως ούτε καν γίνεται αντιληπτό, από τους συμμετέχοντες στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, ασχέτως ιδιότητας. Και να ποιο είναι αυτό το σφάλμα: η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε ανεπιστρεπτί μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως απολυταρχική και πολιτικά ξεπερασμένη οντότητα. Οι Τούρκοι τότε υποχρεώθηκαν να υπογράψουν τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), με την οποία μεταξύ άλλων παραχωρούνταν στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος, η Τένεδος και η Σμύρνη με την ενδοχώρα της. Για να μην μακρηγορώ, η Τουρκία σώθηκε τότε από τη συρρίκνωση και την καχεξία χάρη στο ότι ο Κεμάλ αντιστάθηκε στην εφαρμογή της παραπάνω συνθήκης, στρέφοντας παράλληλα και πολύ έξυπνα, όπως εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε, τη χώρα του προς τη Δύση. Έτσι, μεταξύ άλλων, εκκενώθηκε και η Ανατολική Θράκη από τη ελληνική στρατιά Έβρου, την οποία διοικούσε ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, αν και δεν υπήρχε κανένας στρατιωτικός λόγος: ήταν αδύνατη μια απόβαση των κεμαλικών δυνάμεων στην Α. Θράκη τότε, την οποία με άνεση θα μπορούσε να κρατήσει και να απαιτήσει η ελληνική πλευρά. Πολιτικοί λόγοι όμως οδήγησαν και την ελληνική πλευρά, ακόμη και τον ίδιο τον Ελ. Βενιζέλο, στην αποδοχή της εκκένωσης.
Συνεπώς η σύγχρονη Τουρκία οικοδομήθηκε πάνω στην ξεκάθαρη πολιτική του Κεμάλ και την παράδοση που αυτή δημιούργησε. Αυτό φαίνεται να το ξεχνά ή να το υποτιμά ο Ερντογάν, ο οποίος, μεθυσμένος ίσως από τις επιτυχίες του στο εσωτερικό και παρανοώντας σοβαρά τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, που ξεκάθαρα παραμένει υπέρ της Δύσεως, προβάλλει συνεχώς οθωμανικά πρότυπα, και ειδικά τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή. Αυτό που συμβολίζει όμως ο Πορθητής πέθανε για πάντα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, και σε αυτό συνέβαλε και ο Ελληνικός Στρατός στο πλευρό της Αντάντ, με την εμπνευσμένη τότε εξωτερική πολιτική του Ελ. Βενιζέλου. Επομένως, αν έχει κάποια δύναμη η Ιστορία –που αναμφισβήτητα έχει πολύ μεγάλη- μας δείχνει ξεκάθαρα ότι η διατήρηση της κεμαλικής παράδοσης είναι ζήτημα ζωτικό για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας και άρα ο πρόεδρος Ερντογάν με την πολιτική του λακτίζει προς κέντρα, ριψοκινδυνεύοντας πάρα πολλά και φυσικά την ίδια του τη θέση, και όχι μόνο.
Οι κίνδυνοι πάντως που εγκυμονεί αυτή η πολιτική για μας δεν φαίνεται -ευτυχώς- να περνούν απαρατήρητοι από την ελληνική κυβέρνηση: με τους σωστούς χειρισμούς, την αποφασιστικότητα και τη δεδομένη στήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του πολιτικού κόσμου και σύσσωμου του ελληνικού λαού αλλά και τη σοφή αξιοποίηση των συμμαχιών μας, μπορούν αυτοί οι κίνδυνοι να μετατραπούν σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, προκειμένου να λυθούν υπέρ μας πολλά από τα προβλήματα που προκαλεί η Τουρκία στην περιοχή, προς όφελος τελικά και των δύο λαών αλλά και των λαών της ευρύτερης περιοχής.
Παναγιώτης Ν. Κοντονάσιος
Δρ. Κλασικής φιλολογίας









