Του Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Δαμασκηνού
Κάθε φορά που ολοκληρώνεται η Θεία Λειτουργία, έχουμε την αίσθηση πως κάτι τελείωσε και, πλέον, καλούμαστε να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας. Αισθανόμαστε κάπως σαν τον Ιάκωβο, τον Πέτρο και τον Ιωάννη, οι οποίοι ανέβηκαν στο όρος Θαβώρ, βρέθηκαν μάρτυρες της υπέρλαμπρης Μεταμόρφωσης του Χριστού και επέστρεψαν στον κόσμο με την αίσθηση πως βίωσαν κάτι ανεπανάληπτο.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όμως, διδάσκουν πως η Μεταμόρφωση του Κυρίου δεν είχε ως μοναδικό σκοπό την αποκάλυψη της θεότητός Του. Κύριος σκοπός του μοναδικού αυτού γεγονότος ήταν να ενισχυθούν οι Μαθητές με αποθέματα πίστης, εν όψει του σκανδαλισμού, που σε λίγο θα υφίσταντο, βλέποντας τον αγαπημένο τους Διδάσκαλο αιμόφυρτο πάνω στον Σταυρό.
Το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, το οποίο εορτάσαμε στις αρχές αυτού του μήνα, μας αφορά προσωπικά καθώς, σε κάθε Θεία Λειτουργία, γινόμαστε κι εμείς εκείνοι, οι οποίοι ανεβαίνουν στο υψηλό όρος του υπέρτατου μυστηρίου της Εκκλησίας μας και απολαμβάνουν τις δωρεές της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, με κορυφαία την δωρεά του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, μέσω της Θείας Μεταλήψεως. Όπως τότε, έτσι και σε κάθε Θεία Λειτουργία, το «Δι’ ευχών» της τελικής απολύσεως δεν σηματοδοτεί το τέλος μιας αποκάλυψης αλλά την αρχή μιας αποστολής.
Στη σημερινή αποστολική περικοπή, ο απόστολος Παύλος, γράφοντας προς τους Φιλιππησίους, περιγράφει με ακρίβεια την αποστολή αυτή και, ουσιαστικά, μας αποκαλύπτει τις διαστάσεις της Θείας Λειτουργίας, η οποία συνεχίζεται με έναν άλλο τρόπο, μόλις διέλθουμε από την έξοδο του Ιερού Ναού.
Ο μέγας Απόστολος φροντίζει, με τη σημερινή αποστολική περικοπή, να συνδέσει τον Χριστό με την καθημερινότητα και τις διαπροσωπικές σχέσεις του καθενός από μας, λέγοντας: «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου· … Όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας στον Θεό Πατέρα μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού … Έτσι, στο όνομα του Ιησού, όλα τα επουράνια, τα επίγεια και τα υποχθόνια θα προσκυνήσουν και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας» (Φιλ. 2:5-11).
Τί αντιλαμβανόμαστε από την περικοπή αυτή; Πρώτον, πως ο Χριστός ήρθε στη γη ως ο ταπεινότερος των ανθρώπων και πως η θεότητά Του δεν υπήρξε γι’ Αυτόν αιτία επιδείξεως δυνάμεως και άσκησης εξουσίας αλλά προσφοράς και διακονίας. Δεύτερον, πως σε μας εναπόκειται να αποφασίσουμε εάν, με τον τρόπο που ενεργούμε και σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους, θα αποτελούμε μέσον αποκάλυψης του ίδιου του Χριστού στον κόσμο ή θα ζήσουμε στην καθημερινότητά μας σαν να μην επηρεαστήκαμε, έστω και στο ελάχιστο από την εμπειρία της Θείας Λειτουργίας, με αποτέλεσμα, Εκείνος να παραμείνει ξένος και μακρινός, τόσο για μας, όσο και για τους γύρω μας.
Υπάρχει όμως και κάτι τρίτο, που αναδεικνύει την μεγάλη μας ευθύνη: Ο Απόστολος Παύλος μας καλεί, ουσιαστικά, να γίνουμε ιεραπόστολοι και, μέσω του ήθους και των πράξεών μας, να δοξαστεί το όνομα του Χριστού στο «εδώ» και το «τώρα». Στην ανθρώπινη ιστορία, μία φορά αποκαλύφθηκε ο Χριστός. Μετά την Ανάσταση και την ίδρυση της Εκκλησίας Του, η αποκάλυψή Του πραγματοποιείται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας από τα μέλη του Σώματός Του, δηλαδή από εμάς τους ίδιους. Όσο σκεφτόμαστε όπως Αυτός, όσο ενεργούμε όπως Αυτός, όσο εμπιστευόμαστε τον Θεό όπως Αυτός εμπιστεύτηκε τον επουράνιο Πατέρα Του και Πατέρα μας, όσο η αγάπη μας υπερβαίνει τα μεγάλα λόγια και τις καλές προθέσεις και μεταβάλλεται σε έργα και θυσία για τη σωτηρία του συνανθρώπου μας, τόσο ο Χριστός επανέρχεται στη γη και διδάσκει τη σύγχρονη οικουμένη μέσα από το δικό μας παράδειγμα.
Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο Κύριος υπήρξε συγχρόνως ο ιερέας αλλά και ο αμνός της θυσίας. Μυστικά, Τον ακολουθήσαμε στη ζωή, το Πάθος και την Ανάστασή Του. Βρεθήκαμε μαζί Του στον Μυστικό Δείπνο και κοινωνήσαμε το Σώμα και το αίμα Του. Αλλοιωθήκαμε από τη Χάρη και το φως του προσώπου Του. Τώρα, καλούμαστε να επιστρέψουμε στον κόσμο αυτό που λάβαμε από τον Θεό.
Όσο εξελισσόταν το Μυστήριο, βρισκόμασταν σε προσωπική επαφή με τον ίδιο τον Χριστό. Βγαίνοντας στον κόσμο, αναζητούμε τον ίδιο τον Χριστό στα πρόσωπα των αδελφών μας. «Είδες τον αδελφό σου; Είδες Κύριον τον Θεόν σου», διδάσκει ο αββάς Κλήμης στο Γεροντικό.
Η ίδια Θεία Λειτουργία, όμως, επεκτείνεται και στα υλικά στοιχεία αυτού του κόσμου, αφού, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ο άρτος και ο οίνος μεταβλήθηκαν σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Ο Κύριος θέλησε να έρθει σε επαφή μαζί μας μέσα από τα υλικά στοιχεία αυτού του κόσμου. Εκείνος επέλεξε, ο κόσμος που μας περιβάλλει, να καθίσταται μέσον δικής Του αποκάλυψης και συνάντησης μαζί Του. Η επιθυμία Του αυτή μας φέρνει μπροστά σε μία άλλη μεγάλη αλήθεια: Ο κόσμος γύρω μας είναι ιερός, διότι, μέσω αυτού, αποκαλύπτεται στους ανθρώπους η αγάπη και η πρόνοια του Θεού. Η Θεία Λειτουργία έρχεται να αλλάξει τη σχέση μας με τον κόσμο και, αντί της στυγνής και εγωιστικής εκμετάλλευσης με την οποία του συμπεριφερόμαστε, να επιλέξουμε το σεβασμό και την προστασία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζούμε και από το οποίο, τελικά, εξαρτώμεθα. Τον ίδιο σεβασμό που δείχνουμε στα Τίμια Δώρα, όταν τα προσφέρουμε στον ναό, οφείλουμε να δείξουμε και προς ολόκληρο τον υλικό κόσμο, επεκτείνοντας τη Θεία Λειτουργία σε όλη την Κτίση.
Καθώς η Θεία Λειτουργία ολοκληρώνεται, εναπόκειται σε μας να προσφέρουμε στον εαυτό μας και στους γύρω μας την εμπειρία μιας άλλης, δεύτερης Θείας Λειτουργίας, όχι ξεχωριστής αλλά ως συνέχεια της πρώτης. Όσο βρισκόμασταν στον Ιερό Ναό, βιώσαμε αυτό που βιώνει ο έγκλειστος σε ένα σκοτεινό κελί, την στιγμή, κατά την οποίαν στην οροφή ανοίγει ένας φεγγίτης προς κάποιο υπέρλαμπρο φως. Το φως αυτό είναι διαρκώς διαθέσιμο έξω από τον ναό, όπως ήταν και μέσα σε αυτόν. Από εμάς εξαρτάται αν η καρδιά μας θα παραμείνει στραμμένη πως αυτό το φως η θα αποστρέψουμε το πρόσωπό μας, θεωρώντας πως η καθημερινότητα δεν έχει και δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την εμπειρία της Θείας Λειτουργίας.
Ζούμε σε εποχές δύσκολες, εποχές αδιεξόδων και σκοτεινών δρόμων. Ο πειρασμός της απόγνωσης συχνά μας απειλεί και στερεί από τη ζωή μας τη χαρά και την ελπίδα. Απελπισμένοι, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε κοσμικές υποσχέσεις, στην αύξηση των υλικών αγαθών και σε σχέδια που επαγγέλλονται μία ειρήνη που δεν επιτυγχάνεται ποτέ.
Η Χάρις του Θεού, που απλόχερα προσφέρεται σε κάθε Θεία Λειτουργία αποτελεί τη μοναδική ελπίδα του κόσμου αλλά και του καθενός από μας στην προσωπική του ζωή. Η Θεία Λειτουργία της καθημερινότητας μετά τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής είναι ο μόνος δρόμος υπέρβασης του φόβου και ενατένισης της αιώνιας χαράς.
Ας ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο. Ο Χριστός προπορεύεται και μας καλεί κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Η καρδιά μας Τον ποθεί. Ας υπερασπιστούμε και ας διατηρήσουμε ως κόρην οφθαλμού την εμπειρία της Θείας Λειτουργίας, διατηρώντας διαρκώς την επαφή και τη σχέση μαζί Του, μέσω της προσευχής και της εναρμόνισης της ζωής μας με το θέλημά Του.
Μόνον έτσι, η κάθε Θεία Λειτουργία θα μας βρίσκει όλο και πιο έτοιμους για συνάντηση με τον Θεό Πατέρα και θα αναζωογονεί όλο και περισσότερο την παρουσία του Χριστού μέσα μας, μεταβάλλοντάς μας σε ζωντανούς κήρυκες της ελπίδας και του οράματος της επουράνιας Βασιλείας, η οποία όλο και πλησιάζει.









