Φάρμακα απώλειας βάρους: Το μυστήριο με όσους δεν χάνουν – Γιατί δεν «πιάνουν» σε όλους

Τα φάρμακα απώλειας βάρους GLP-1 έχουν αλλάξει τα δεδομένα στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ωστόσο, για μια μειοψηφία ασθενών, η επίδρασή τους στην απώλεια βάρους είναι ελάχιστη ή ακόμη και μηδενική.

Οι επιστήμονες προσπαθούν τώρα να καταλάβουν γιατί συμβαίνει αυτό.

Όταν η Mercedes έμαθε από τη γιατρό της, το 2024, ότι μπορούσε να ξεκινήσει ενέσιμη θεραπεία GLP-1 για την απώλεια βάρους, ξέσπασε σε κλάματα.

«Όταν μου είπε “ναι”, έκλαψα μέσα στο ιατρείο της. Και ουσιαστικά δεν σταμάτησα να κλαίω για μία εβδομάδα», θυμάται σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Guardian.

«Επιτέλους, αφού ήμουν υπέρβαρη σε όλη μου τη ζωή, πίστεψα ότι αυτό θα με έσωζε. Ο αγώνας μου, το βάρος που κουβαλούσα και η ντροπή μου θα έφταναν επιτέλους στο τέλος τους».

Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, αντί να μειώνεται το βάρος της, άρχισε να χάνεται η ελπίδα της.

Η Mercedes πήρε Ozempic για εννέα μήνες, στη συνέχεια Wegovy για τέσσερις μήνες, δοκίμασε το Contrave, μετά το Mounjaro και τελικά ξεκίνησε Zepbound. Όπως λέει, κανένα από αυτά δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμενε.

Η πρώην εκπαιδευτικός, που βρίσκεται στη δεκαετία των 50 και ζει στον Καναδά, ανήκει στη μικρή αλλά υπαρκτή ομάδα ανθρώπων στους οποίους τα νέα ισχυρά φάρμακα κατά της παχυσαρκίας δεν επιφέρουν σημαντική απώλεια βάρους.

Πώς λειτουργούν τα GLP-1

Το Ozempic, το οποίο χρησιμοποιείται για τον διαβήτη τύπου 2, και το Wegovy, που έχει εγκριθεί για την απώλεια βάρους, περιέχουν σεμαγλουτίδη. Η ουσία μιμείται τη δράση της φυσικής ορμόνης GLP-1, επιβραδύνοντας την κένωση του στομάχου, περιορίζοντας την όρεξη και ενισχύοντας την παραγωγή ινσουλίνης.

Τα Mounjaro και Zepbound περιέχουν τιρζεπατίδη, η οποία δρα μιμούμενη όχι μόνο την GLP-1 αλλά και μία δεύτερη ορμόνη. Κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορούν να οδηγήσουν κατά μέσο όρο σε απώλεια περίπου 15% έως 20% του σωματικού βάρους.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν είναι ίδια για όλους. Ανάλογα με το φάρμακο και τη δοσολογία, από 9% έως και περίπου το ένα τρίτο των συμμετεχόντων σε κλινικές δοκιμές χάνει λιγότερο από το 5% του σωματικού του βάρους.

«Η λιγούρα ήταν σαν στέρηση ηρωίνης»

Για τη Mercedes, η αποτυχία των θεραπειών είχε σοβαρό ψυχολογικό αλλά και οικονομικό αντίκτυπο. Παρά τις προσπάθειές της να αλλάξει τρόπο ζωής, όπως λέει, οι ενέσεις δεν κατάφεραν να σταματήσουν τις επίμονες σκέψεις της γύρω από το φαγητό.

«Ήμουν πραγματικά πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου για έναν μήνα, αλλά η λαχτάρα για φαγητό, που μπορώ να την περιγράψω μόνο σαν στέρηση ηρωίνης, ήταν ακατανίκητη. Και οι σκέψεις γύρω από το φαγητό δεν σταμάτησαν ποτέ», αναφέρει.

Κατάφερε να χάσει περίπου 20 λίβρες –περίπου 9 κιλά– μέσα σε έναν μήνα, ωστόσο υποστηρίζει ότι αυτό συνέβη εξαιτίας της δικής της εξαιρετικά αυστηρής προσπάθειας και όχι λόγω της φαρμακευτικής αγωγής.

Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες δεν έχουν μία ξεκάθαρη απάντηση γιατί δε λειτουργούν σε όλους.

Ο καθηγητής Alexander Miras, ειδικός στην παχυσαρκία στο Ulster University, σημειώνει ότι εάν ένα φάρμακο δεν μειώνει την πείνα και την πρόσληψη τροφής σε έναν συγκεκριμένο ασθενή, τότε απλώς δεν πρόκειται να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η ηλικία φαίνεται να αποτελεί έναν παράγοντα, καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι τείνουν να χάνουν λιγότερο βάρος. Διαφορές παρατηρούνται επίσης ανάμεσα στα δύο φύλα, ενώ οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 φαίνεται ότι χάνουν λιγότερο βάρος σε σχέση με όσους δεν έχουν τη νόσο.

Οι ορμόνες ενδέχεται επίσης να παίζουν ρόλο. Σύμφωνα με τον ενδοκρινολόγο και ερευνητή Mahesh Umapathysivam, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι τα οιστρογόνα επηρεάζουν την απόκριση στην GLP-1, ενώ ακόμη και η φάση του εμμηνορροϊκού κύκλου μπορεί να διαφοροποιεί την αντίδραση του οργανισμού.

Ο ρόλος των γονιδίων

Στο μικροσκόπιο των ερευνητών βρίσκεται και η γενετική. Πρόσφατη μελέτη ανέδειξε τον πιθανό ρόλο μιας γενετικής παραλλαγής που επηρεάζει υποδοχείς του εγκεφάλου στους οποίους δρουν αυτά τα φάρμακα.

Άλλη έρευνα εξέτασε δύο γενετικές παραλλαγές που επηρεάζουν την παραγωγή του ενζύμου PAM. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άνθρωποι που φέρουν αυτές τις παραλλαγές ενδέχεται να εμφανίζουν αντίσταση στην GLP-1, με αποτέλεσμα η ίδια ποσότητα της ορμόνης να έχει μικρότερη επίδραση στον οργανισμό.

Παρά την πρόοδο της έρευνας, δεν είναι ακόμη δυνατό να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιος θα ανταποκριθεί στα φάρμακα απώλειας βάρους και ποιος όχι. Νέα φάρμακα βρίσκονται υπό ανάπτυξη, ενώ για ορισμένους ασθενείς εξετάζονται διαφορετικές φαρμακευτικές επιλογές ή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η βαριατρική χειρουργική.

Σχετικά Άρθρα

Τι αποκαλύπτει μεγάλη μελέτη για την ψυχική υγεία

Εξάρτηση και εθισμός δεν είναι το ίδιο – Ποια η διαφορά και τι συμβαίνει στον εγκέφαλο

Οι δύο όροι περιγράφουν διαφορετικές καταστάσεις - Πότε η χρήση μιας ουσίας ή μια συμπεριφορά γίνονται πραγματικό πρόβλημα Οι λέξεις «εξάρτηση» και «εθισμός» χρησιμοποιούνται...